«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Η Φωτό Μου
επιμέλεια σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής


Καλή ανά-γνωση

...για την γραφή, το ύφος και τη γλώσσα...σελίδες του περιοδικού "ύφος"....

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Εις μνήμη του Ποιητή Βύρων Λεοντάρη που έφυγε προχθές από τούτη τη ζωή...

της Εύας Μοδινού // *

leondaris«Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα
κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει.
Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.
Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης
ποιητής μιας ποίησης που δε μπορεί να υπάρξει
μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.
Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν.»1

Ο Βύρων Λεοντάρης δεν παρηγορεί τον αναγνώστη ούτε αναπαύεται και ο ίδιος στην ποίησή του. Η παραμυθία που χαρίζει η χάρη της ποίησης έχει δώσει τη θέση της σε μια δίκοπη λεπίδα που διαπερνά τόσο τον ίδιο τον ποιητή όσο και το ποίημα. Κι αυτή τη δίκοπη λεπίδα νιώθει κι ο αναγνώστης επίσης να τον ανατέμνει σε κάθε στίχο φτάνοντας έως τον σκοπό και το αποτέλεσμα του ποιήματος. «Αλλά ποιός οιακίζει τον σκοπό και ποιος το αποτέλεσμα;»2
Ιδού λοιπόν ο ποιητής αντικρίζοντας το όριο ανάμεσα στη ζωή και στην ποίηση χωρίς περιστροφές και άμυνες. Εκεί όπου η σκέψη και ο λόγος έλκονται στο κέντρο τους από τη δύναμη της βαρύτητας, αφήνοντας το ποίημα σαν το μοναδικό χνάρι αυτής της εσώτατης συντριβής.
Λίγοι τολμούν ένα τέτοιο βάπτισμα πυρός, φέρνοντας στο φως την εικόνα τους χωρίς το είδωλό της. Οι περισσότεροι ενστικτωδώς αποφεύγουν τις επικίνδυνες εσωτερικές καταβάσεις και αποτολμούν τις ασφαλέστερες εξ αυτών (άλλωστε η εξωστρέφεια είναι και πιο επικοινωνιακή). Εκτός αν κάποιος είναι από τη φύση του εκστασιακός ποιητής οπότε «δεν τίθεται έξω από το χάσμα που χαίνει στην καρδιά του συμβάντος. Γητεύεται από το αίσθημα ιλίγγου εμπρός στην άβυσσό του, ρουφιέται απ’ αυτήν, γίνεται ο ίδιος η άβυσσος.»3
Ο Βύρων Λεοντάρης, κατά τη δική του μαρτυρία, υιοθετεί συνειδητά αυτήν ακριβώς την επιλογή: «Ανάγκη πάσα ν’ αγγίξουμε την αληθινή πληγή μας»4 και συγχρόνως μέσα από την ποίησή του θέτει το ερώτημα: ο ποιητικός λόγος μπορεί όχι μόνο να ψαύσει αλλά και να αποκρυσταλλώσει το οδυνηρό βίωμα της αληθινής πληγής;
Και ποια θα είναι η επιστροφή από μια τέτοια επώδυνη εξερεύνηση;
Ίσως η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση εξαρτάται από την αντοχή κάθε ποιητή στο βίωμα του τρόμου και του πόνου. Και δεν μιλώ για τους μικρούς φόβους που ξεπηδούν ως άμεσοι αμυντικοί μηχανισμοί σε δύσκολες ή απρόβλεπτες καταστάσεις ή για τους μικρούς πόνους που λειτουργούν σαν αιφνίδιοι κυματοθραύστες στην ορμή του θυμικού ή στην βεβαιότητα για μια αίσια έκβαση που αιφνίδια διαλύεται. Μιλώ για το μέγιστο τρόμο και πόνο που φτάνει έως τη ρίζα της ύπαρξης.
Όχι, η ποίηση δεν θεραπεύει ούτε το μεγάλο τρόμο ούτε το μεγάλο πόνο. Αντίθετα, κάποτε μπορεί να οδηγήσει το νυστέρι της τόσο βαθιά που γίνεται κι αυτή πόνος και τρόμος.
Ίσως γιατί «Το ποιητικό άλγος αρχίζει μαζί με την τελετουργία της έκφρασης. Ο πόνος μάς ανήκει εξ ολοκλήρου, η κραυγή μόνο εν μέρει – περισσότερο ανήκει στους άλλους που τη χρησιμοποιούν όπως θέλουν.»5
«Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις
και δεν κλαίμε δάκρυα
Ά, δάκρυα, που είστε δάκρυά μου…»6

Μα το κλάμα είναι εγκλωβισμένο μαζί με την κραυγή στα «έγκατα πετρώματα»7 και η ποίηση αν και φτάνει έως εκεί, για να γίνει λυτρωτική χειρονομία του πνεύματος πρέπει να πάρει από τη ζωή το κρίσιμο αντίβαρό της.
Όταν λοιπόν η ποίηση μπορεί να γίνει κι αυτή τρόμος και πόνος, τί μπορεί να προσφέρει σε ποιητές και αναγνώστες;
Σ’ αυτήν την περίπτωση η ποίηση μπορεί να γίνει ένας δρόμος που οδηγεί σ’ εκείνο το όριο εντός μας ανάμεσα στο ποίημα – τον καρπό- και την ποιητική έμπνευση – τη γενεσιουργό δύναμη- ωθώντας μας να διαπεράσουμε το όριο αυτό όπως περνάει κανείς ανάμεσα σε Συμπληγάδες (συνήθως χάνοντας το ένα του φτερό) ή να συντριβούμε πάνω του καθώς κλείνει με βία, πριν προφτάσουμε το στιγμιαίο ανοιγόκλεισμα.
Τόσο μεγάλο το ρίσκο και τόσο αβέβαιο το αποτέλεσμα, όμως «Το τέλος μας δεν είναι ούτε σκοπός ούτε αποτέλεσμα».8
Σ’ αυτήν την αγωνιώδη διαδρομή ανάμεσα στις Συμπληγάδες της ποιητικής πράξης, το πρόσωπο του ποιητή διασώζεται χωρίς την αντανάκλασή του σε κάποια ιδανική και γαλήνια επιφάνεια∙ χωρίς το είδωλό του.
Στο «Έως…» του Βύρωνα Λεοντάρη δεν ανιχνεύεται ούτε ένα στιγμιαίο είδωλο που θα μπορούσε να παρασύρει το βλέμμα έστω για λίγο έξω από τον ανελέητο καθρέφτη που στρέφει ο ποιητής πρώτα στον εαυτό του και κατ’ επέκταση στον αναγνώστη. Ο ποιητής αρνείται να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε πλουμίδι, μεταμφίεση ή πρόσχημα για να εκτρέψει το βλέμμα από την αληθινή πληγή. Γιατί το πρόσωπο που πάσχει, όσο βιώνει εκ βαθέων το πάθημα και την οδύνη που επισύρει, δεν μπορεί να συνταυτιστεί με κανένα είδωλο.
«Δεν ήθελα χρησμούς κι οράματα, ζητούσα
άλλο πια να μην παρασταίνεται το δράμα. Να τελείται.
Να βγούν τα πρόσωπα από τη μορφή τους
να βγούν τα λόγια από τον ήχο τους με σάρκα και οστά
να’ ρθούν να μ’ ανταμώσουν…Και δεν ήρθαν.
Στο ψυχοχάρτι ήταν σβησμένο τ’ όνομά μου
Το φύλλο που έπεσε μπροστά μου… Το σήκωσα και το
ξανάδωσα στο δέντρο

Κι εκείνο δεν το πήρε»9
Ποιά είναι άραγε η απόσταση του ειδώλου από το πρόσωπο χωρίς την οδυνηρή επίγνωση και αποδοχή του ατελούς;
Το είδωλο είναι μια κατασκευασμένη εικόνα του νου, αυτάρεσκη κι εξουσιαστική, χωρίς αντίκρισμα στην αλήθεια του γίγνεσθαι. Το πρόσωπο είναι αυτό που μένει όταν όλες οι κατασκευασμένες εικόνες καταρρέουν. Και χωρίς τις αγαπημένες φαντασίες του νου, αυτό που αντικρίζει κανείς μπορεί να είναι έως και το βλέμμα της Γοργώς. Ο κόσμος μετά από αυτό δεν είναι ποτέ ίδιος. Ούτε και ο Χρόνος (ίσως γι’ αυτό μαρμαρώνουν όσοι αντικρίζουν ένα τέτοιο βλέμμα).
Και η Ποίηση;
Η ποίηση που ξεκινά από την επώδυνη γνώση των ίδιων της των ορίων του αμετουσίωτου και συγχρόνως από την επίγνωση της απόστασης ανάμεσα στο είδωλο και στο πρόσωπο, δεν σκεπάζει με ανθισμένα κλαριά το βάραθρο που ανοίγει στο νου και στην καρδιά του ποιητή. Δεν γιατρεύει τη διάψευση ή την απώλεια. Κι αυτό το γνωρίζει ο Βύρων Λεοντάρης.10 Γι’ αυτό και δεν θαμπώνεται ούτε εξυμνεί τη θαυμαστή της ιεροτελεστία, αλλά ανατέμνει τα μύχια των προθέσεων του ποιητή, αποκαλύπτοντας το παρασκήνιο της οδύνης του. Άλλωστε «όλη η αισθητική της προσωπικής ποίησης δεν είναι παρά στόλισμα και μοιρολόι του αγαπημένου νεκρού – μιας ζωής που αγαπήσαμε και που σκοτώσαμε…»11 Μοιραία η ποίηση που βαπτίζεται στην ανάγκη του ποιητή ν’ αγγίξει την αληθινή πληγή του, «από την ψυχική ευφορία που του χάρισε η κατάσταση έμπνευσης μεταπίπτει σε ποιητικό άλγος».12
Ο ποιητής πάσχει κι αναζητά τη λύτρωση από το ποιητικό άλγος. Στην κορύφωση της αγωνίας του αναπόφευκτα απευθύνεται στη συνείδησή του και στον Θεό, πασχίζοντας να κατανοήσει την ουσία της αγάπης που μπορεί να τον λυτρώσει χωρίς να του επιβάλλει την απόλυτη δύναμη μιας τέτοιας επιλογής.
«Δεν έχεις το δικαίωμα, φώναζα, το κρίμα το δικό μου
να σηκώνεις
Κι εσύ ανένδοτα σιωπούσες
Γιατί δικαιοσύνη δεν υπάρχει στην αγάπη
-ποιός αδικεί ποιός αδικείται
τί μας βαραίνει πιο πολύ
το κρίμα ή η αθωότητα

Η αγάπη δε μας δίνεται, μας παίρνει
κι όσοι αγαπούν αλύπητα αγαπούν
ρημάζουν και ρημάζονται

Κι όλα τα πήρες πάνω σου
το φταίξιμο την ενοχή και την ποινή μου
Δικαιοσύνη δεν υπάρχει στην αγάπη

Εντάξει, εσύ αναστήθηκες.
Εγώ όμως με σχεδία το σταυρό μου
θαλασσοδέρνομαι σε μαύρους ουρανούς»13

Επίμονα αναζητούμε τις απαντήσεις εκείνες που θα μας λυτρώσουν, ωστόσο δεν μας δίδονται. Ίσως γιατί όπως λέει ο Paul Valery μέσω του Σωκράτη: «δεν είμαι σε θέση να συνδέσω καθώς θα ταίριαζε μιαν ανάλυση με μιαν έκσταση» ή «Υπάρχει μεγαλύτερο μυστήριο από τη σαφήνεια;»14
Όμως η ανάγκη μας γι’ αυτές τις απαντήσεις είναι ισχυρή και κάποιες φορές η ανάγκη αυτή μας μαγνητίζει σ’ άγνωστα βάθη, εκεί όπου η ζωή και η τέχνη αποκαλύπτουν την αλήθεια τους πίσω από το θαμβωτικό περίβλημα της ομορφιάς. Μια αλήθεια χωρίς τη γοητεία του μύθου της, τυραννική, ίσως γιατί «Κι αν ακόμα χρειαστεί να κάνομε μια προσπάθεια αρκετά δύσκολη ενάντια στον εαυτό μας, πρέπει ν΄ απαλλαγούμε με κάποιον τρόπο από τις γοητείες της ζωής, κι από την άμεση απόλαυση. Ό,τι πιο ωραίο υπάρχει, είναι αναγκαστικά και τυραννικό».15
Γυμνή η ψυχή χωρίς το ένδυμα μιας αδιαπραγμάτευτης πίστης ή και μ’ αυτήν ακόμη «περίλυπη έως θανάτου»16αφού
«όπως κι αν μοιραστούμε τη μετάνοια δε θα γαληνέψουμε
Αφότου διασπάστηκε το χάος μάς ορίζει ο χωρισμός
(…)
Ωραία κορμιά και λυπημένα
ρωτούσατε αν πεθαίνουν οι ψυχές. Αυτές μόνο πεθαίνουν
Αγλάισμα για σας η λύπη
μα οι ψυχές λυπούνται έως θανάτου»17

Η αγωνία του ποιητή που δεν μπορεί να προσπεράσει το αμετάκλητο της απώλειας ή της αστοχίας και συγχρόνως δεν μπορεί να μετασχηματίσει το βίωμά του έτσι ώστε να χάσει το φαρμακερό κεντρί του, επιτείνεται στη διάρκεια του χρόνου. Κι αυτό γιατί ο ποιητής «δεν μπορεί να δεχθεί τον κόσμο ως σύμβαση. Παρά την αποστασιοποίησή του (ή σωστότερα τον αποδιωγμό του) απ’ αυτόν δεν παραιτείται ποτέ από το αίτημά του να τον ζήσει ως αμεσότητα κι ας συντριφτεί».18 Παράλληλα ο χρόνος συσσωρεύεται μέσα στο ποιητικό –κι όχι μόνο- άλγος, πυκνώνει, εκρήγνυται, καθώς δεν γίνεται παρόν ούτε και μέλλον. Μορφοποιείται τελικά μονάχα ως παρελθόν, σαν ένα χνάρι ανεξάλειπτο που συνεχώς βαθαίνει.
«Ο προστιθείς γνώσιν προσθέτει άλγημα»19 και όσο βιώνεται μια οριστική απώλεια, ο χρόνος δεν οδηγεί σε έξοδο μιας και το τέλος έχει ήδη συντελεστεί, αποσπώντας από το εν δυνάμει μέλλον τη λυτρωτική του δύναμη. Αφήνει ένα παρόν σερνάμενο, βαρύ από το φορτίο του τετελεσμένου. Είναι η επώδυνη υπόμνηση του ανεπίστρεπτου που εξοστρακίζει κάθε ελπιδοφόρα αίσθηση ότι η ζωή μπορεί ν’ αρχίσει εκ νέου και που συνθλίβει τελικά κάθε αίσθηση χρονικής ροής.
Ίσως το πανίσχυρο τετελεσμένο που έχει απολιθωθεί απορροφώντας το τώρα και το ύστερα να είναι ακριβώς αυτό:
«όλα όσα δε θέλησα να πράξω κι έπραξα
όλα όσα δε θέλησα να γίνω κι έγινα»20

ή το ανεξιχνίαστο ίζημα της ύπαρξης με το οποίο μάχεται η συνείδηση του κάθε ανθρώπου:
«όχι αυτό που ξέρω και δεν είμαι
μα αυτό που δεν το ξέρω κι είμαι»21

Κι αυτό ακριβώς το τετελεσμένο που είναι η αστοχία μας ή η άγνοιά μας, κρυσταλλώνει στο κέντρο της ύπαρξης ένα οδυνηρό βίωμα∙ ένα βίωμα που απονευρώνει την ψυχή. Σαν ένα όριο να ορθώνεται ανάμεσα στο εν δυνάμει του προσώπου και στην πραγματικότητα, όριο αμετακίνητο, πανίσχυρο, τόσο ώστε να χάνει το νόημά της η αποφασιστικότητα ή η γενναιότητα ν’ αναμετρηθεί κανείς μαζί του.
Ίσως γιατί όσοι διακατέχονται από τη μνήμη μιας κρίσιμης αστοχίας ή μιας οριστικής απώλειας, κουβαλούν αδιάλειπτα την τυραννία αυτής της μνήμης. Αν πρόκειται για αστοχία, ακόμη κι αν αναγνωρίσουν το σφάλμα τους, η απόσταση από την παραδοχή του λάθους μέχρι την έμπρακτη μεταστροφή, είναι μεγάλη. Γιατί η έμπρακτη μεταστροφή που προϋποθέτει αλλαγή εκ βαθέων (μετάνοια κατά τους αγίους πατέρες της εκκλησίας) προσκρούει στο γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς να εξαλείψει το άδικο ή το άτοπο που έπραξε. Ή και το δίκαιο κατά το γράμμα κι όχι κατά το πνεύμα του νόμου (κι αυτό άδικο είναι). Κοντολογίς δεν μπορεί να πάρει πίσω τον πόνο που έδωσε.
«Μοιράζεται το φταίξιμο στο πάρε-δώσε των ανθρώπων
μα η λύπη είναι του καθενός, λύπη του άλλου∙
ο πόνος που δώσαμε πίσω δεν παίρνεται.»22

Αυτή η λύπη και ο πόνος είναι ένα βίωμα διαρκές, επαναλαμβανόμενο, σαν μια φωτιά που πρέπει πάση θυσία να τιθασεύσουμε αφού «Εάν η φωτιά πέσει σε λήθαργο ή αν ξεφύγει από τα όρια το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό…»23
Πώς θα κατορθώσει αυτός που φθάνει μπροστά σ’ αυτόν τον τετελεσμένο, αμετακίνητο πόνο να προχωρήσει πέρα από εκεί; Πώς θα μπορέσει να ζυμωθεί μέσα από την αστοχία και την απώλεια χωρίς να καθηλωθεί ή να καταστραφεί; Να αποκτήσει δηλαδή μια τέτοια δυναμική αλλαγής εκ των έσω έτσι ώστε ούτε να ξεφύγει από τα όρια και να καταστραφεί ούτε να πέσει σε λήθαργο και να καθηλωθεί.
Δεμένοι στη ροή ενός χρόνου ανεπίστρεπτου πασχίζουμε να τιθασεύσουμε την ορμή της ζωής και μαζί τη φωτιά του πόνου που δώσαμε (η φωτιά του πόνου που πήραμε δεν τυραννά τη συνείδηση μιας και δεν συνοδεύεται από ενοχή). Κάποτε ίσως να αποκτούμε σοφία και πείρα, ωστόσο και τότε ακόμη δεν μπορούμε πια ν’ ανακαλέσουμε το χρόνο μας και να επαναλάβουμε διαφορετικά έστω και μια στιγμή της ζωής μας.
Αιώνια λύπη σαν «κλάμα αδάκρυστο τα μάτια μας ραγίζει»24 και το καθρέφτισμά μας στα έγκατα της σιωπής πικρό, καθώς αντικρίζουμε το ατελές των προθέσεων, της ζωής και του προσώπου μας μέσα στα ερμητικά σφραγισμένα πλέον πεπραγμένα μας.
Και πρέπει να ζήσουμε από εκεί και πέρα χωρίς τις εν δυνάμει εικόνες μας, χωρίς τις αυταπάτες για τον άνθρωπο που νομίζαμε ότι ήμασταν.
Ο ποιητής μιλά εκ βαθέων για την οδύνη αυτής της επίγνωσης –και κατ’ επέκταση όποιος επιδιώκει την αυτογνωσία έρχεται αντιμέτωπος μ’ αυτήν ακριβώς την οδυνηρή επίγνωση.
«Και δε μιλώ για τύψεις.
Αυτές λίγο-πολύ όλους μας βολεύουν
είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και
δεν σε εκθέτουν
δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση
μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν
μέσα σου περίτεχνα
με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές
και στο άλλοθι του θεατή του εαυτού σου
νιώθεις σιγά-σιγά να γίνεται η συγκίνησή σου
αισθητική
εν τέλει μια ποιητική του ήθους
-κι αν σε τρελαίνουν κάποτε σε ξαγοράρη πήγαινε…-

Ντροπή ξέρεις τί είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
(…)
Ντροπή ν’ ανοίγει να σε καταπιεί η γη
ντροπή
που έζησες
στον κόσμο ετούτον»25

Καιόμενοι μέσα στη φωτιά του τετελεσμένου πορευόμαστε στο μυστήριο του κόσμου και στο μυστήριο του εαυτού μας. Και μέσα στη σκληρή κηδεμονία του χρόνου βιώνουμε την ύπαρξή μας: «ως δι’ εσόπτρου εν αινίγματι».26
Εκεί όπου «Ο χρόνος, χώρος των πόνων, βαραίνει πάνω στις καρδιές».27
Μονάχα οι νεκροί βρίσκονται έξω από την κηδεμονία του χρόνου γιατί τα πεπραγμένα της ζωής τους έχουν πλέον σφραγιστεί. Άλλωστε λέμε «οι νεκροί δεδικαίωνται» όχι γιατί οι πράξεις τους παραγράφονται μετά το θάνατο και δεν τους ακολουθούν αλλά γιατί οι ψυχές τους μπορούν ν’ απαλλαγούν μέσα από το έλεος όσων υπέστησαν το διχασμό των προθέσεών τους και το άδικο των έργων τους. Ωστόσο εμείς που ζούμε ακόμη δεμένοι στο χωρόχρονό μας, συντριβόμαστε καθημερινά ώσπου ο χρόνος να γίνει «χώρος των πόνων». Και ιδιαίτερα ο χρόνος του ποιητή που ανασκάπτει την αληθινή πληγή του. Ίσως γιατί αυτός που ανασκάπτει την αληθινή πληγή του δεν μπορεί να βιώσει το χρόνο σαν μια ενότητα μέσω της ροής: παρελθόν – παρόν – μέλλον. Η αληθινή πληγή έχει το δικό της χρόνο που σπάνια συμπίπτει με το ρυθμό της πραγματικής ζωής. Αντί αυτής της ενότητας ο πάσχων άνθρωπος -όπως και ο ποιητής που αγγίζει την αληθινή πληγή του- συνθέτει ένα μωσαϊκό βιωμάτων που ποτέ δεν αφομοιώνονται ολοκληρωτικά, διασπώντας την αίσθηση και μαζί τη διακαή ανάγκη της πληρότητας.
Χωρίς να το συνειδητοποιούμε γινόμαστε συλλέκτες θραυσμάτων του χρόνου. Έτσι προσπαθούμε να συμπληρώσουμε το πάζλ της ζωής μας γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι πάντα κάποιες πολύτιμες κι αναντικατάστατες ψηφίδες είτε θα λείπουν –αυτές που σπαταλήσαμε ανούσια- είτε θα φέρουν το τρομερό βάρος της αστοχίας μας, το τετελεσμένο των λαθών μας.
«Δεν είναι ο Χρόνος φθονερός κι εχθρός των έργων
αλλά η Στιγμή η αντίχρονη
αυτό το εκπεσόν απ’ την αιωνιότητα στοιχειό»28

Άραγε μπορούμε να συγκροτήσουμε το Πρόσωπό μας μέσα από αυτό το ελλιπές μωσαϊκό στιγμών;
Αν γυρίσουμε το βλέμμα μας στη φύση θα δούμε πως «στη δουλειά της η πλάση δεν ξεχωρίζει τις λεπτομέρειες από το σύνολο∙ αυξαίνει σύγκαιρα σε όλα της τα μέρη, παίρνοντας αφετηρία τον εαυτό της…»29. Σε αντίθεση με τη φυσική δημιουργία, οι δικές μας κατασκευές είναι συχνά χωριστές από τις θεμελιακές τους αρχές και μοιάζουν «σαν να επιβάλονται στο υλικό από έναν τύραννο ξένο, που του τις κοινοποιεί με πράξεις»30. Έτσι συνθέτουμε την εικόνα μας ή το πρόσωπό μας (μακάρι να συνειδητοποιούμε πότε και πώς διαχωρίζονται) αποκομίζοντας και μεταπλάθοντας γνώσεις και εμπειρίες με ταχύτητα, βεβαιώνοντας τον εαυτό μας ότι είναι αναπόσπαστο κομμάτι μας. Πόσο όμως μάς ανήκουν τελικά;
Αν αυτή η μετάπλασή μας δεν προϋποθέτει την έμπρακτη αφομοίωση – ασύγκριτα πιο επίπονη διεργασία από τους καλοπροαίρετους ή μη δανεισμούς μας- τότε τίποτα δεν μας ανήκει τελικά κι ίσως γι’ αυτό δεν μπορούμε να παρηγορηθούμε από την πολύτιμη συλλογή στιγμών που είναι η ζωή μας.
«Την αμαρτία της δημιουργίας έτσι πληρώνουμε
που ό,τι δωρεάν μας δόθηκε
παλεύουμε να το κρατήσουμε για έργο δικό μας
- τί αντιζηλίες, τί καυχήσεις, τί φιλοδοξίες…
Και τώρα ιδού. Τί μας ανήκει από τη δωρεά της τέχνης,
ποιό δικό μας, ποιό των άλλων;

Φύγετε οι παρηγορητές, οι τεχνοκρίτες και οι
συντηρητές
και μην παιδεύεστε σε ανόσιες πράξεις
παίζοντας πάζλ με τα κομμάτια της ψυχής μας.
Δεν ξεδιαλέγονται, δεν ανορθούνται τα κατερραγμένα.
Αντίγραφα και καρτ-ποστάλ θα μείνουμε.
Πάρτε όμως ένα θρύψαλό μας
κρατήστε το
μ’ αυτό κρυφά να μας θυμάστε»31

Ο Βύρων Λεοντάρης αντικρίζοντας το κατερραγμένο πρόσωπο του ποιητή που φόρεσε τα θαυμαστά φτερά της Ποίησης και ταξίδεψε έως τα αφανή όρια του αμετουσίωτου, δεν συμβιβάζεται με τις παρηγορητικές γάζες της έμπνευσής του ή με το ελιξίριο της τέχνης του. Και όπως ήδη είπαμε εξ αρχής δεν ήταν η επιλογή του να παρηγορήσει ή να παρηγορηθεί μέσω της Ποίησης. Άλλωστε η αλήθεια που ανακάλυψε σ’ αυτό του το ταξίδι -όπως και τις περισσότερες φορές- δεν παρηγορεί. Η αλήθεια μπορεί να ελευθερώνει αλλά σπανίως απαλλάσσει από το άλγος της γνώσης.
Ο ποιητής επιλέγοντας το δύσβατο μονοπάτι του δραματικού στοχασμού αφήνει πίσω του μελωδικές ή καλλίφωνες εκφορές, πυκνώνοντας οριακά το λόγο τόσο ώστε να μην υπάρχει ούτε μια λέξη που θα μπορούσε να λείπει χωρίς να διαταραχθεί η ισορροπία του ποιήματος. Σπάνιες είναι οι στιγμές που η αυστηρή δομή των ποιημάτων εγκολπώνεται ένθετα στοιχεία με έντονο ρυθμικό απόηχο, σαν γέφυρες ανάμεσα στις ηλικίες της γλώσσας μα κι αυτά ακόμη τα χειρίζεται έτσι ώστε να ενταθεί το αδιέξοδο και το δράμα.32
Ο Βύρων Λεοντάρης φέροντας το τραύμα μιας γενιάς που είδε όχι μόνο το όραμά της για μια δικαιότερη κοινωνία να καταρρέει αλλά στην κατάρρευσή του να συμπαρασύρει και πλήθος άλλα σκηνικά ελπίδων του μελλοντικού κόσμου, δεν συμβιβάζεται με ανώδυνους απολογισμούς.
Εμμένοντας στην ηθική διάσταση της αποτυχίας και της απώλειας, αναζητά τα αίτια εκεί όπου συνήθως υπάρχουν και κρύβονται επιμελώς: στον έσω άνθρωπο. Διατηρώντας την έντιμη στάση εκείνου που δεν αποποιείται τις ευθύνες του, αλλά αντίθετα «τα παίρνει όλα πάνω του» -κι αυτή είναι η στάση όσων πιστεύουν στην ανεξιχνίαστη δικαιοσύνη της αγάπης- δεν εφησυχάζει με επιφανειακές θεραπείες της ήττας ή του πόνου. Κοιτάζει το πρόσωπο της εποχής του και μαζί το δικό του πρόσωπο χωρίς το εξιδανικευμένο του είδωλο. Κοιτάζει εκεί όπου τα αφανή όρια της ποίησης και της ζωής τήκονται αφήνοντας ένα πικρό κράμα είτε ανεκπλήρωτης ζωής είτε αμετουσίωτης ποίησης.
Χωρίς να το επιδιώκει, στη δραματική αυτή ανατομία που επιχειρεί, διατρέχει και την εποχή μας, ιδιαίτερα τώρα που καταρρέουν η μια μετά την άλλη οι παραμυθητικές αυταπάτες μας. Τώρα που γκρεμίζονται οι βολικές μας ιδέες ή ιδεοληψίες, τώρα που πέφτουν από τα βάθρα τους τα είδωλα που λατρέψαμε, μας προτρέπει μέσα από την ποίησή του ν’ αναζητήσουμε κι εμείς την αλήθεια, που θα μας ελευθερώσει από τα συντρίμμια του κόσμου μας.

 _______________
1 Βύρων Λεοντάρης «Έως…» Εκδόσεις Νεφέλη
2 ό.π.
3 Η Αγωνία του Αμετουσίωτου / (Βύρων Λεοντάρης – Κείμενα για την Ποίηση, Εκδ. Νεφέλη, 2001)
4 Η Ποίηση της προσωπικής ενοχής (Βύρων Λεοντάρης – Κείμενα για την Ποίηση)
5 ό.π.
6 Βύρων Λεοντάρης «Έως…» 
7 ό.π.
8 ό.π.
9 ό.π.
10 «η προσωπική ποίηση υπάρχει και επιβεβαιώνεται σαν έκφραση αισθημάτων οδύνης κι όχι χαράς». Η Ποίηση της προσωπικής ενοχής (Βύρων Λεοντάρης – Κείμενα για την Ποίηση)
11 ο.π.
12 ό.π.
13 Βύρων Λεοντάρης «Έως…» 
14 Paul Valery, «Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων», Εκδόσεις Άγρα
15 ό.π.
16 «περίλυπος έστιν η ψυχή μου έως θανάτου» (Ευαγγέλιο κατά Μάρκον)
17 Βύρων Λεοντάρης «Έως…» 
18 Ποιητική πίστη και απιστία (Βύρων Λεοντάρης – Κείμενα για την Ποίηση)
19 Εκκλησιαστής (Παλαιά Διαθήκη)
20 Βύρων Λεοντάρης «Έως…» 
21 ό.π. 
22 ό.π.
23 Paul Valery, «Έργα πάνω στην τέχνη»
24 Βύρων Λεοντάρης «Έως…» 
25 ό.π.
26 Επιστολή Απ. Παύλου, Α΄ προς Κορινθίους
27 Gaston Bachelard «Η Ψυχανάλυση της Φωτιάς», Εκδόσεις Ερατώ
28 Βύρων Λεοντάρης «Έως…»
29 Paul Valery, «Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων»
30 ό.π.
31 Βύρων Λεοντάρης «Έως…»
32 «Ας με ονειδίσουν
όσοι προσβλέπουν στο αποτέλεσμα
(…)
Αλλά εσύ γενιά του αιώνα
(…)
Περίτρομη τον τρόμο σου τραγούδα
σε γήπεδα πλατείες και στρατόπεδα
με λίθο μυλικό περί τον τράχηλό σου
λάβε κιθάραν, ρέμβευσον… καλώς κιθάρισον,
πολλά άσον
ίνα σου μνεία γένηται.»
 ______________
*από το:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου