«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Η Φωτό Μου
επιμέλεια σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής


Καλή ανά-γνωση

...για την γραφή, το ύφος και τη γλώσσα...σελίδες του περιοδικού "ύφος"....
Powered By Blogger

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Κατάθεση ψυχής στον Θανάση Πετσάλη - Διομήδη

Γράφει ο Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος*
Ονόμασα "Κατάθεση ψυχής" την ομιλία μου, γιατί την συναισθάνομαι ως πράξη ευγνωμοσύνης προς τον συγγραφέα που ήταν μεταξύ εκείνων που με ενέπνευσαν να γράψω το ιστορικό μου μυθιστόρημα "Μέρες Αποκάλυψης στην Ιωνία". Πρέπει να σας ομολογήσω πως επηρεασμένος από την δημοσιογραφική μου αντίληψη στην αρχή σκέφθηκα τις μαρτυρίες και τα στοιχεία που είχα συγκεντρώσει μετά από μακρόχρονη έρευνα για την τραγωδία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας κατά την περίοδο 1914-1922 να τις μορφοποιήσω ως μια μελέτη. Όμως η γνωστή και σημαντική συγγραφέας Γαλάτεια Γρηγοριάδου - Σουρέλη με προέτρεψε να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στο ιστορικό μυθιστόρημα, στο οποίο αισθανόμουν οικείος, αφού είχα διαβάσει όχι μόνο τον Θανάση Πετσάλη - Διομήδη, αλλά και πολλούς από όσους έχουν ασχοληθεί με αυτό. Έτσι οφείλω και σ' αυτόν το πόνημά μου.


Για τον συγγραφέα και για το πολύ πλούσιο έργο του έχουν γραφτεί τόσα πολλά από έγκυρους φιλολόγους και τεχνοκριτικούς, που εύλογα θα μπορούσα να υποστηρίξω πως δεν υπάρχει κάτι άλλο να προσθέσω…Όμως σκέφθηκα πως εκείνο που μπορώ να σας προσφέρω σήμερα είναι να σας υπενθυμίσω τι έχει πει ο ίδιος ο Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης για το ιστορικό μυθιστόρημα και για τον Ελληνισμό.
Στα 1953 και στο αφιέρωμα για το ιστορικό μυθιστόρημα του περιοδικού "Ελληνική Δημιουργία" (τεύχος 138) ο Πετσάλης γράφει:

" …Την ιστορία του τόπου του ο πολύς κόσμος δεν την μαθαίνει από τις βαρειές πραγματείες των ιστορικών, αλλά από τη μυθιστοριοποιημένη μορφή που έδωσαν στα γεγονότα του ένδοξου ή τραγικού παρελθόντος οι ικανοί λογοτέχνες. Και να μερικά από τα κλασσικά παραδείγματα. Οι εγγλέζοι ξέρουν την ιστορία του ιπποτικού των μεσαίωνα από τα βιβλία του Ουώλτερ Σκωττ. Οι Ρώσοι τους αγώνες της ρωσίας κατά του Ναπολέοντα από το "Πόλεμος και Ειρήνη" του Τολστόϊ. Οι Γερμανοί τους "Προγόνους" των από το ομώνυμο έργο του Φράϊταγκ. Οι Γάλλοι το Λουδοβίκο 13ο και τον Μαζαρίνο από το "Saint Mars" του Alfred de Vigny και από τους "Τρεις Σωματοφύλακες" του Δουμά πολύ περισσότερο από τις μελέτες του Michelet και του Taine. Το ίδιο πρέπει να γίνει και στην Ελλάδα, για να μάθουμε όλοι την ιστορία μας…".

Στα κείμενα στοχασμού "Διάλογοι με τον εαυτό μου", που εξέδωσαν οι εκδόσεις Ι.Δ. Αρσενίδη χωρίς να γράφουν χρονολογία, ο Θ. Πετσάλης - Διομήδης γράφει για το μυθιστόρημα:
"Πρέπει να προσέξουν πολύ όσοι καταπιάνονται με τον πεζό λόγο και φιλοδοξούν να γράψουν αληθινό μυθιστόρημα, γερό, καλοδεμένο, με αρχιτεκτονική ισορροπημένη, με αφήγηση στρωτή ( κι ας ψυχαναλύουν βαθύτατα τους ήρωες), γιατί το μυθιστόρημα είναι και πρέπει να είναι απλά και όμορφα ένα μακρύ παραμύθι για μεγάλους…Και μελέτη ακόμα μπορεί να είναι το μυθιστόρημα, μελέτη κοινωνική, ψυχογραφική, ό, τι άλλο, μα, προς Θεού: να μη μυρίζει μελέτη!…Κι επειδή πρόφερα τη λέξη μελέτη, πρέπει να πω δυο λόγια και για το ιστορικό λεγόμενο μυθιστόρημα, όπως διαμορφώθηκε τελευταία στην Ελλάδα. Καθαυτό ιστορικό μυθιστόρημα για μένα είναι η "Ιζαμπώ" του Τερζάκη…".

Στο προλογικό σημείωμα του υπέροχου μυθιστορήματός του " Οι Μαυρόλυκοι", το επικό αυτό χρονικό της Τουρκοκρατίας, ο Θαν. Πετσάλης - Διομήδης γράφει το πώς από τα αστικού περιεχομένου μυθιστορήματά του πέρασε και αφοσιώθηκε στο ιστορικό μυθιστόρημα:

" Ήταν αργά ένα βράδυ του Γεναριού του 1939 στο γραφείο του Αλεξάνδρου Διομήδη (Σημ. Αδελφού της μητέρας του που τον υπεραγαπούσε και καθώς ήταν άτεκνος τον παρακάλεσε και αυτός δέχθηκε να πάρει και το επώνυμο του, για να έχει αυτό συνέχεια). Ώρες κρίσιμες για την Ευρώπη. Ώρες ανήσυχες για την Ελλάδα κι απειλητικές. Κι επειδή ο Διομήδης έγραφε τότε τις Βυζαντινές του Μελέτες, ο λόγος ήρθε για τον Βυζαντινό Ελληνισμό και για τον Ελληνισμό της Τουρκοκρατίας. Έτσι, από λόγο σε λόγο, γεννήθηκε αστόχαστα μέσα μου η απορία. Και ξαφνικά πήρε μορφή και ξεκαθάρισε και χύθηκε μέσα μου κι άπλωσε και με γέμισε.
- Θα παρακολουθήσω, είπα, το σιγανό, το δύσκολο ξύπνημα της Ελληνικής ψυχής μέσα στα μαύρα χρόνια της δουλείας. Είναι συγκινητικό και μεγάλο. Και μια ταραχή απότομη, σύρριζη μα αόριστη - αόριστη γιατί δεν ήξερα ακόμα τι κόσμους από συγκινήσεις, τι κόσμους από ενδιαφέροντα μου φύλαγε το σκάψιμο στις λεπτομέρειες - αντίκρισα, ωσάν ένα συγκεχυμένο όραμα, τον Ελληνισμό, τους Έλληνες, τις Ελληνίδες, τα Ελληνόπουλα, το αίμα μας, να σκύβει και να ματώνει και να παλεύει και να ψοφάει σαν το ζώο, και να σηκώνεται πάλι στα γόνατα, να σέρνεται, να πασκίζει, να ψάχνει, να δοκιμάζει, να τολμάει, ξάφνου να τινάζεται! Τι Γολγοθάς ήταν αυτός! Σε τι τάρταρα κύλησε και σε τι Όλυμπους άγγιξε!
Την άλλη μέρα κιόλας στρώθηκα στη δουλειά. Πάλι με βοήθησε ο Διομήδης. Πολύπλευρη η καλλιέργειά του, πλατιά η γνώση, βαθιά η γνώμη του. Με κατατόπισε. Έπρεπε να αρχίσω από το άλφα. Από τις γενικές ιστορίες. Παπαρρηγόπουλος πρώτος. Να πάρω μια γενική ιδέα πριν μπω στα καθέκαστα. Τότες πρωτόνιωσα το πόσο αγράμματους - ελληνικά απαίδευτους - μας βγάζει το σχολείο. Γιατί, Θεέ μου, γιατί να σταματούνε τα παιδιά την ιστορία τους στην Άλωση, κι αφού μάθουν δυο - τρία κουτσοπράματα για τη σκλαβιά, να φτάνουν μονομιάς στον Ρήγα; Κι όμως έτσι είναι. Τα τριακόσια πενήντα χρόνια της σκλαβιάς τα σβήναμε ως τα τώρα, πολεμούσαμε να τα προσπεράσουμε βιαστικά και απρόσεχτα, γιατί ήτανε, λέει, μια μαύρη, ντροπιασμένη εποχή. Η Ελληνική ιστορία έχει τόσες απαράμιλλα φωτερές στιγμές, έλεγαν. Γιατί να πας να ξεθάψεις τις πιο άθλιες, τις πιο μουντές, τις πιο βασανισμένες; Κι όμως. Μετά το σκάψιμο πάνω στα δίσεχτα χρόνια της σκλαβιάς, σηκώθηκα θαμπωμένος, από το θαύμα. Φως πεντακάθαρο σελαγίζει πάνω στους Έλληνες της δουλείας: του μαρτυρίου ο φωτοστέφανος, του νου και της αντριάς η λάμψη…".
Και τελειώνει το προλογικό του σημείωμα, που το γράψε τον Γενάρη του 1944, ενώ δηλαδή ακόμη υπήρχε η τυραννική Γερμανική Κατοχή, τονίζοντας:
"Κατέβηκα ως τις ρίζες που τρέφουν τη νεοελληνική παράδοση κι έσμιξα με την ψυχή την ελληνική ατόφια κι ολοζώντανη, καθώς μελετούσα τα χρόνια της σκλαβιάς. Γιατί από κείνα τα χρόνια βγήκαμε, από κείνη την ψυχή που αγωνίστηκε και σώθηκε. Σε κείνη την ψυχή πρέπει και να γυρνούμε".
Για τον Θανάση Πετσάλη - Διομήδη η στροφή στις ρίζες είναι ωφέλιμη και απαραίτητη. Σε τηλεοπτική συνέντευξή του στον Δημήτρη Λαζογιώργο - Ελληνικό, το 1968, και στη σχετική ερώτηση απάντησε:
"Η στροφή προς τις ρίζες μας όχι μόνο ωφελεί, όχι μόνον είναι χρήσιμη, αλλά, λέω, είναι απαραίτητη. Το παρελθόν ενός τόπου είναι το θεμέλιο απάνω στο οποίο στηρίζεται το παρόν, το θεμέλιο απάνω στο οποίο χτίζεται το μέλλον. Είναι πλούτος αμύθητος για έναν λαό το να έχει μεγάλο παρελθόν και ακόμα περισσότερο να ξέρει καλά τι πλούτος είναι. Είναι πολύτιμο προνόμιο για έναν λαό το να ξέρει το παρελθόν του και νομίζω ότι ένας τρόπος να το προσεγγίσει ευκολότερα ή οπωσδήποτε πιο ζωντανά, πιο απτά, είναι το ιστορικό μυθιστόρημα που δεν έχει την αυστηρότητα, την επιβεβλημένη ξηρότητα της καθαυτό ιστορίας, αλλά αντίθετα προσπαθεί να αναπλάσει, δηλαδή να ξαναφέρει στη ζωή, στιγμές, γεγονότα, καταστάσεις, ανθρώπινες αντιδράσεις περασμένων εποχών".
Η σχεδόν πέντε αιώνων συγκλονιστική μυθιστορηματική χρονογραφία της πορείας του Ελληνισμού κατά την Τουρκοκρατία, που την συνθέτουν η επική τριλογία "Οι Μαυρόλυκοι", ο "Ελληνικός Όρθρος" και ο "Κατακαημένος Τόπος", με επίλογο τα "Δεκατρία Χρόνια" (Σημ. Τα χρόνια 1909 - 1922) και, ως επιτομή, το θαυμάσιας σύλληψης σχετικά σύντομο μυθιστόρημά του "Η καμπάνα της Αγίας Τριάδας", συμπυκνώνεται σ' αυτά που γράφει ο Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης στο προλογικό σημείωμα του έργου του "Κατακαημένος Τόπος":
"Στο σαλόνι του σπιτιού μας, η γυναίκα μου έχει ένα παλαιό εικόνισμα, ένα τρίπτυχο, που όταν είναι ανοιχτό, τα δύο πλαγινά του φύλλα παίρνουν το σχήμα φτερών. Ένα θαυμαστό πράγμα. Μ' αρέσει να παρομοιάζω την τριλογία μου μ' αυτό το παλιό τρίπτυχο το σκοροφαγωμένο. Στην κεντρική εικόνα, στη θέση της Παναγιάς με τον Χριστό στην αγκαλιά Της - ας μου συγχωρεθεί κι αυτό, έχω τόσα πολλά να μου συγχωρεθούνε - είναι μια ζωγραφιά, λίγο σκοτεινή από την πολυκαιροσύνη, που συμβολίζει τη Νίκη του '21, δεν την βλέπω καθαρά, είναι η Έξοδος; είναι η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας; οπωσδήποτε σε μιαν άκρη κυματίζει στο ελεύθερο αεράκι μια σημαία με το σταυρό μέσα σε καπνούς και σε φλόγες. Στην αριστερή σύνθεση, βλέπω την Αγιά Σοφιά ξέχειλη χριστιανολόϊ πεσμένο μπρούμυτα κατάχαμα, να μη δει τον Μωάμεθ που μπαίνει καβάλα από την κύρια πύλη του Ναού. Στη δεξιά σύνθεση, ξεχωρίζει ο Χρυσόστομος - πήγα να γράψω: ο Άγιος Χρυσόστομος - της Σμύρνης, που τον σέρνουν από τα πόδια καταγής μπουλούκια άπιστοι αλαλάζοντας. (Σημ. Τότε που έγραψε ο Πετσάλης δεν είχε αναγνωριστεί ως Άγιος ο Χρυσόστομος Σμύρνης). Πάλι μέσα στις φλόγες και τους καπνούς. Και στην κάθε γωνιά, μέσα σε μικρούς κύκλους, εικόνες του Πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη, του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, του Ρήγα Βελεστινλή και του Γρηγορίου του Ε', τυλιγμένες σε μια πορφυρή και άλικη άλω, ωσάν μέσα σε αίμα "ηρώων και μαρτύρων".
Το παράδοξο είναι, ότι κοιτάζοντας το τρίπτυχο αυτό που τα πλαγινά του έχουν σχήμα φτερών, νιώθω σαν κάτι να με αλαφρώνει, να με τραβά προς τα πάνω, κάτι ωσάν μεγάλες φτερούγες που με ελευθερώνουν από τον υλικόν εαυτό μου. Είναι αυτό που λέμε: το θαύμα της τέχνης.
Ευχαριστώ το Θεό".
O Θανάσης Πετσάλης – Διομήδης στο βιβλίο του "Διάλογοι με τον εαυτό μου" εξομολογείται ότι πέρασε από πολλές ψυχικές αναζητήσεις, μέχρις ότου, στο "βαθύ σκοτάδι" - όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει - που βρισκόταν, μια φωτεινή μορφή πήγε και στάθηκε μπροστά του. Συνεχίζω με το δικό του κείμενο:
"Τα μάτια μου άνοιξαν. Ο Χριστός, έκραξα, ο Χριστιανισμός. Έκρυψα το πρόσωπό μου μέσα στα χέρια μου και συγκεντρώθηκα. Αυτός είναι βέβαια ο Αμνός του Κυρίου, ο Υιός του Θεού ...».
Για την προσφορά της Εκκλησίας στο Έθνος στο ίδιο του βιβλίο γράφει:
Ο Θεάνθρωπος ίδρυσε την ανώτερη, την γλυκύτερη θρησκεία που γνώρισε ο κόσμος και, ας μην το ξεχνούμε, δια των μαθητών Του την καθιέρωσε μέσον του ελληνικού πνεύματος. Αλλά μια θρησκεία, όποια θρησκεία, έχει μοιραία την ανάγκη από μια οργάνωση, μια ιεραρχία, μια τάξη. Την οργάνωση αυτή την κρατεί στα χέρια της η Εκκλησία. Σ' αυτή την Εκκλησία, πέρα από τους άλλους λαούς, εμείς οι Έλληνες χρωστάμε κατά ένα μεγάλο ποσοστό την επιβίωσή μας στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς και σε όποιες άλλες δίσεχτες ώρες επέρασε το Γένος".
Για τον Χριστιανισμό ο Πετσάλης είχε την πεποίθηση ότι ήταν «Επανάσταση Ψυχών». Γράφει στο ίδιο βιβλίο:
«Ο Χριστιανισμός ξεκίνησε σαν επανάσταση. Αλλά ήταν επανάσταση πρωτόφαντη, αλλοιώτικη, μοναδική. Δεν στράφηκε εναντίον σ’ ένα καθεστώς, ή μια πίστη, ούτε μιας τάξης, μήτε εναντίον παραδεδεγμένων αξιών. Ήταν κάτι ανώτερο, υψηλότερο, ιδανικώτερο. Ήταν μια επανάσταση ψυχών. Η επανάσταση των ψυχών.
Ακούστηκαν λόγια, που δεν είχαν ειπωθεί ως τότε. Λόγια αγάπης, και ταπεινοφροσύνης και εγκαρτέρησης. Δεν στέκει παραπάνω από τον φτωχό και τον αδύναμο, είπαν, ο δυνατός και ο πλούσιος. Ο αδύναμος και ο φτωχός μπορούν να σταθούν πιο πάνω...Ήταν μια επανάσταση, η πιο μεγάλη επανάσταση που γίνηκε ποτέ.... Έτσι έζησε ο Χριστιανισμός, έτσι ανδρώθηκε, άπλωσε, νίκησε. Ετσι ζει. Ετσι θα ζήσει.
Στην περίοδο των αιώνων ήρθε ωστόσο μια ώρα – έρχεται κάποια ώρα – όπου στεγνώσαν οι ψυχές, ωσάν να μαραίνωνται ελεεινά. Πέφτουνε τα φτερά τους, σαν τα φύλλα. Κι’ ουδ’ έχουν τη δύναμη να πιστέψουν στον εαυτό τους, στη δύναμη τους οι ψυχές. Σκοτεινιάζει ο κόσμος.
Σε τέτοιες ώρες σκοτεινές προβάλλει φωτοδότης ο Χριστιανισμός. Δεν χτυπάει ένα γύρω. Κράτος, Εξουσία, Νόμους, Κοινωνία, Πλούτο δεν αρνείται τίποτα, σέβεται και συντηρεί ακόμα. Χτυπάει όμως μέσα, μέσα στον άνθρωπο, στα βάθη του, την ψυχή να την αφυπνήσει, να επαναστατήσει η ψυχή ενάντια στον εαυτό της, στην αδυναμία της, στις αδυναμίες της, να γίνει πάλι η επανάσταση, να γίνεται αδιάκοπα μια επανάσταση, να ζούνε οι ψυχές, να νοιώθουν ότι ζούνε, ότι α υ τ έ ς είναι, αυτές απάνω απ’ όλα, και από το Κράτος, και από την Εξουσία, και από την Κοινωνία και από τον Πλούτο, αρκεί να είναι καθαρές. Και τότε κερδίζουν την ταπεινοφροσύνη και την πραότητα. Και την γαλήνη.
Έτσι απολυτρώνονται οι ψυχές, απολυτρώνεται ο Άνθωπος.
Σε μιαν αδιάκοπη επανάσταση των ψυχών μας καλεί ο Χριστιανισμός. Επανάσταση – Ανάσταση. Είναι το Α και το Ω».
Για τον εαυτό του αναγνωρίζει την ψυχική του αδυναμία με θαυμαστή ταπείνωση, ειλικρίνεια και αυτογνωσία:
"Και τώρα, πριν τελειώσω τούτα τα λίγα, τα φτωχά λόγια πάνω στο βασικό για τον άνθρωπο, το κατά κυριολεξία σταυρικό αυτό θέμα, πώς να μην προσθέσω και τούτο ακόμα: σαν όλους τους ανθρώπους ζω στιγμές ανάτασης και τότε αισθάνομαι ότι έχω βαδίσει κατά κάποιον τρόπο προς το θείο νόμο. Ύστερα πάλι περνώ ώρες ψυχικής χαλάρωσης, που ξέρω ότι απομακρύνομαι από αυτόν. Άνθρωπος αδύναμος, άνθρωπος γεμάτος αδυναμίες, έρχονται στιγμές όπου θα ήθελα να μπορούσα να γονατίσω, να κάνω την προσευχή μου, να κάνω το σταυρό μου, σαν το μικρό παιδί.

Δυστυχώς - εζύγισα καλά τη λέξη και ξαναλέω: δυστυχώς - δεν μπορώ πια".
Ο Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης πρόσφερε σημαντικό εθνικό - πατριωτικό έργο. Ίσως γι' αυτό δεν έτυχε και της ανάλογης αναγνώρισης… Δύο φορές απέτυχε να εκλεγεί Ακαδημαϊκός - την πρώτη αντ' αυτού εξελέγη ο Ηλίας Βενέζης και τη δεύτερη ο Πέτρος Χάρης. Τελικά εξελέγη το 1977. Μόλις το 1994, όταν ήταν 90 ετών και ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του, αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Και το 1995, στην κηδεία του, δεν παρέστη κανένας από την πολιτική ηγεσία του τόπου! Γράφει σχετικά στο Αφιέρωμα της "Νέας Εστίας" ( τα Χριστούγεννα του 1995) ο αείμνηστος επίσης ( τον χάσαμε πρόσφατα) πρωτότοκος υιός του Νίκος:
"Μια ακόμα εικόνα χωρίς κορνίζα, πιο πρόσφατη αυτή. Στο πρώτο νεκροταφείο, καμιά κατοσταριά, ίσως διακόσιοι άνθρωποι, αληθινοί φίλοι οι περισσότεροι, που αγαπούσαν ειλικρινά τον "τόσο καλό, τόσο γλυκό, τόσο αγαπητό Θανάση, που ποτέ δεν έκανε σε κανένα κακό…". Εγώ (λίγο πιο δυναμικός, ίσως, και πιο άτεγκτος απ' αυτόν) μεταχειρίζομαι μια προσφιλή του αποστροφή, το <αει-σιχτίρ> - με έντονο τονισμό της τελευταίας συλλαβής - για να σχολιάσω την απουσία οποιουδήποτε εκπρόσωπου της Πολιτείας στην κηδεία του. Ο ίδιος, καταπώς τον ήξερα, θα το έκρινε ειρωνικά, αλλά και με πικρία για την πατρίδα που είχε πιστέψει και υμνήσει. Και ίσως, σε τελευταία ανάλυση, δεν θα τον πείραζε που κανένας μικρούτσικος "ελληνάκης" (έκφραση του Διομήδη αυτή) - πόσο ξ έ ν ο ς θα 'ταν, μα την αλήθεια! - δεν καταδέχθηκε να παρευρεθεί στο ξόδι του…".
Το κείμενο το έγραψε ο Νίκος Πετσάλης - Διομήδης στην Κηφισιά στις 9 και 10 Νοεμβρίου 1995, λίγες ημέρες μετά την κηδεία του πατέρα του.
Θα τελειώσω με αυτό που έγραψε ο Μενέλαος Παλάντιος στη μνήμη του Θανάση Πετσάλη - Διομήδη:
"Ο Θανάσης Πετσάλης θα είναι ζωντανός στη μνήμη μας ως άνθρωπος, και στα κείμενά του ως ένας από τους αξιολογότερους λογοτέχνες της γενιάς του και του τόπου μας".

Σας ευχαριστώ. 


Ευχαριστώ θερμά την κυρία Βαλάτα - Τσιάμα για την ευγενική της πρόσκληση να καταθέσω την ψυχή μου στον σημαντικό λογοτέχνη μας Θανάση Πετσάλη - Διομήδη. Είναι η πρώτη φορά που ομιλώ για τον λογοτέχνη που αγάπησε ιδιαίτερα την Κηφισιά και νιώθω ιδιαίτερη συγκίνηση. Ας θεωρηθεί μνημόσυνο στη μνήμη του συγκεκριμένου συγγραφέα που μας δίδαξε με ευρηματικό και εύληπτο τρόπο την Ιστορία μας, από τα χρόνια της Αλώσεως έως τα μέσα του 20ού αιώνα και μας καλλιέργησε την εθνική αυτογνωσία και ιδιοπροσωπία μας.

* (Ομιλία στο πλαίσιο των διαλέξεων του Ελευθέρου Πανεπιστημίου του Δήμου Κηφισιάς, η οποία πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013)

_______________________
**από : http://www.elzoni.gr/category/?id=5

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Ένα κερί για τη νύχτα - της Μαρίας Πάλλα*


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

της Μαρίας Πάλλα*


Νυχτώνει.


Οι σκιές έλκουν το βλέμμα μαζί με την αχλή που τις έχει αγκαλιάσει, το χρωματικό όριο παραμερίστηκε, το σκοτάδι θ’ αντικαταστήσει μιαν ημέρα με αβέβαιο φως. Η κίνηση και η ζωή όπως χθες, όπως προχθές κι όπως πριν από είκοσι χειμώνες. Νύχτα στην πόλη σημαίνει ανθρώπους που δε σχόλασαν ακόμη, άλλους που αρχίζουν τώρα, κουρασμένα και ζωηρά μάτια που οργανώνονται για να δραστηριοποιηθούν ή να ξαποστάσουν, και φώτα που διευκολύνουν, φώτα που αποκρύπτουν. Πίσω από κλειστά παράθυρα και κουρτίνες εραστές αγκομαχούν ακόμη ή κείτονται αποκαμωμένοι, όχι χωρίς μιαν αίσθηση ματαίου. Αυτοκίνητα τρέχουν σε δρόμους που απορροφούν πιέσεις, διαχέουν θορύβους. Δέντρα, κτίρια τυλίχτηκαν με ομίχλη, μαντεύονται περισσότερο παρά ξεχωρίζουν. Ωχροί αναιμικοί όγκοι απολιθωμένοι στην ακινησία, οι αλήθειες στις οποίες θα βασιστείς. 
Διακρίνω έναν όμοιο με το σκιαγράφημα της Αντιγόνης που μ’ άφησε κι έφυγε. Και καλά μου έκανε· να μετρώ τα λάθη μου. Σύντομα θα με ξεχάσει. 
Αγνοώ πόσο θα κρατήσει. 
Φαντάζομαι τη σκοτεινή θωριά της θάλασσας αυτή την ώρα· τα ψάρια θα κατεβαίνουν στους βυθούς περιμένοντας το φως του ξημερώματος. Οι γλάροι έχοντας μαζέψει φτερά θα ηρεμούν σε κάποια ερημική ακτή εδώ κοντά – αν υπάρχουν τέτοιες ακόμη. Πέρα μακριά εκεί, μαύροι ίσκιοι πλεούμενων λικνίζονται, σαν το καράβι που μου πήρε την Αντιγόνη κι επιμένει στον ψίθυρό του εν μέσω συμφωνίας κυμάτων. Στην ώρα της σιωπής, οι σκόνες που έφθασαν ως το νερό αγνοούνται από τους ζωντανούς και τις ιδέες των πεθαμένων. Ακόμα και τα λόγια της Αντιγόνης, προτού μ’ εγκαταλείψει. Πάνω στο αναπότρεπτο τέλος της μέρας η ζωή εμπεριέχει το χρόνο και μόνον αυτόν. 
Θα καταγράψω ό,τι μου απέμεινε, τις τελευταίες λέξεις της κι όσα μου συλλάβισε ο ασυνήθιστα χλωμός ουρανός. Θα τα συνδέσω σαν μουσικές φράσεις, μήπως κι ανακαλύψω μιαν ουσία υπαρξιακής δικαίωσης. Αν είναι να συνεχίσω χωρίς εκείνην, θα γράφω χωρίς ανάσα, στριμώχνοντας τις σημασίες της κοινής ζωής μας, να πάρουν μορφή στο χαρτί, να μη διαφύγουν. 
Θα χρειασθεί ν’ ανάψω ένα κερί – έτσι ζωντανεύουν μυστηριωδώς τα γραφόμενα. 
Περνώ το χέρι μου πάνω από τη φλόγα κι αυτή σαλεύει δεξιά αριστερά παιχνιδιάρικη στη σύνθεση των ακινητοποιημένων γραφών και των σκέψεων που συνδέονται μαζί τους. Για μια στιγμή συντάγματα και συμβάσεις σαν να χαλαρώνουν, ετοιμάζονται να πετάξουν προς όλες τις κατευθύνσεις, όπως τα φύλλα των δέντρων που σαρώνει ο αέρας αυτή την εποχή. Σκόρπισαν τα νοήματα, τα ψαρεύω από γνωστές κι άγνωστες χώρες του νου, τα ξαναβάζω σε τάξη. Πιάνω το πλησιέστερο που αιωρείται. Γνώριμο και οικείο μού είναι: μια σημαδούρα στη θάλασσα με όρους χρωμάτων ημέρας, κάποιο αλιευτικό περνά αφήνοντας ένα ολοένα μετακινούμενο φως πίσω του, όσο να διακρίνω πως η σημαδούρα έχει χρώμα πορτοκαλί· εκείνη; 
Αν αντισταθείς στον πειρασμό να ενεργοποιήσεις λαμπτήρα πυρακτώσεως που κατασκευάζει στη στιγμή μια τεχνητή μέρα για σένα –με τις ευκολίες (κατ’ άλλους ψευδαισθήσεις) συν αυτή–, ξαναβρίσκεις αυτό με το οποίο ένα συμπαντικό χέρι μάς ευεργέτησε παρεμβάλλοντας τη νύχτα ανάμεσα σε δυο μέρες, τότε που περισσεύουν ο στοχασμός και το δέος μπροστά στην ησυχία και την απεραντοσύνη του κόσμου, στη γενικότερη αδράνεια ή τη νοητή κίνηση, την αδυναμία της όρασής μας όταν έρχεται αντιμέτωπη με το σκοτάδι και την υποχώρηση των ορατών στα απαρατήρητα και τ’ αθέατα. Τα πλάσματα ησυχάζουν τη νύχτα. Κάθε φάσμα, οπτική απάτη, ήχος μεγεθύνονται, εκπλήσσουν, ακόμα κι αν προέρχονται από εσωτερικευμένες εικόνες και δραστηριότητες της καθημερινότητας. Το αναμμένο κερί επιτείνει τη σύγχυση σείοντας τα σχήματα των φοβερών ίσκιων πάνω στους τοίχους. Δεν είναι κανείς σίγουρος για τίποτε απ’ όσα βλέπει ή ακούει· κι ακόμα, η συνείδησή μου μαζί μ’ αυτά που ημερησίως με βασανίζουν, μπορεί να συρρικνώνονται σ’ έναν κόκκο σκόνης, ή ν’ απειλούν να με πνίξουν. 
Η νύχτα είναι κάτι σαν κόμμα ή άνω τελεία που συμπλησιάζουν νοήματα κι αιτιακές σχέσεις. Όσο κι αν τα μελετάμε αυτά τα τελευταία, η παρεμβολή της ανάσας προκαλεί αλλοιώσεις. Τι είδους σιωπή είναι αυτή που την ακούμε διαπορούντες, έρχεται μαζί με την ύφεση των φθόγγων που μας περιβάλλουν, απελευθερώνοντας την υποτιθέμενη ευγονία του μυαλού μας; Τα αντικείμενα μεταβάλλουν όψη, άρα και νόημα, οι εναλλαγές φωτός και σκιάς που παραμορφώνεται ρευστοποιούν τις πραγματικές διαστάσεις μέσα από μηχανισμούς του χώρου του φαντασιακού, αναγκαίους σε αυτό που ονομάζουμε ισορροπία. Τότε η καινούργια εικόνα εισβάλλει στην πραγματικότητα, την ορίζει, την υπερβαίνει, όπως και να ’'χει την υποχρεώνει σε συγκατοίκηση. Ή σε συνύπαρξη με νέους όρους. 
Μέσα στη φλόγα μόνη η φιγούρα της Αντιγόνης μέσα στην καταχνιά. 
Πετάγομαι έξω, την ακολουθώ, έγινα ένα με όσα έχασαν το περίγραμμά τους, μουσκεύω στην ομίχλη, ο δρόμος χάνεται στο βάθος. Θα περάσω αν χρειαστεί κι από χαράδρες, κοιλάδες, βουνά και πόλεις· ρίχνω φευγαλέες ματιές σε ό,τι συναντώ στο πέρασμά μου προσέχοντας να μη χάσω από τα μάτια μου την οπτασία της. 
Με φέρνει στην Ακρόπολη. Ας είναι, θα τη δω από κοντά –ποιαν από τις δύο;– στο φως των προβολέων. 
Ανεβαίνω στα Προπύλαια πάνω στα βήματά της, ανάβαση υγρή, σκοτεινή, η νέφωση έχει κατεβεί τόσο χαμηλά, που τύλιξε κι εμένα σαν νοτισμένο ρούχο. 
Αίφνης την καταπίνει μια σκιά, δεν τη βλέπω πια. Κανείς δεν είναι γύρω. Μόνον τα ερείπια και η βραδινή αχλή, όλο και πιο αδιαπέραστη από τους προβολείς που φωτίζουν το βράχο. Αυτό που φαίνεται τυλιγμένο σε γκρίζο σύννεφο είναι η ιδέα τους, όπως τη διατύπωναν το πάλαι ποτέ οι της Ακαδημίας. Αν μου δάνειζαν τα μάτια τους σε μια κατάσταση μετεμψύχωσης ύστερα από αιώνες κι αιώνες, για να δουν αυτό που έχει απομείνει, θα με έβλεπα τώρα ως μέρος εκείνου του όλου μέσα στη μεγάλη διάρκεια. Είμαστε άνθρωποι ή ιδέες; Ή μάλλον, λόγω εποχής, αυτοί θα με θεωρούσαν παραφωνία, ναι, παραφωνία, στην αρμονία που αναζήτησε τ’ ανθρώπινα, και τη βίωσαν εκείνα πρώτα. 
Προχωρώ με την καρδιά να έχει στήσει τρελό χορό κοιτώντας δεξιά αριστερά. 
Φθάνω στον σιωπηλό ναό. Διακρίνω τους κίονες χαμηλά, έπειτα το βλέμμα ανεβαίνει προς το αέτωμα. Αφήνω στην άκρη το σχήμα και τη μορφή που έχω συνηθίσει. Η νεφέλη απλώνεται, ψυχή της θεάς στην οποία είχε αφιερωθεί, ψυχή όλων όσοι εργάσθηκαν αφήνοντας πάνω του ίχνη αόρατων ιδεών και ερώτων, καλλιτέχνες, χειρώνακτες, δούλοι. Μια μελωδία ουρανόθεν χαϊδεύει γύρω το κτίσμα κι εμένα μαζί. Έπειτα η έντασή της χαμηλώνει, μόλις που ακούγεται, σκεπάζεται από ήχους γνωριμότερους. Μέσα στο ίδιο γκρίζο άνθρωποι-σκιές μπαινοβγαίνουν, κουβαλούν πέτρες, ενεργοποιούν μοχλούς και τροχαλίες, άλλοι λαξεύουν μάρμαρα, βάφουν, χρωματίζουν αγάλματα, ξαποσταίνουν. Κι ύστερα, όταν όλα έχουν ολοκληρωθεί, κόρες σε επίσημο τελετουργικό εισέρχονται, πέπλα, στεφάνια, πίσω τους πλήθος ακολουθεί με αναθήματα. Κάπου ανάμεσά τους πρέπει να βρίσκεται η Αντιγόνη. 
Δεν ανήκει πια ούτε στους κατασκευαστές του ούτε σ’ εμάς. 
Ένιοι χάθηκαν στο δρόμο· αγναντεύουν οι θνητοί την κωμόπολη από πάνω, περπατούν ανάμεσα σε ερείπια, διαλογίζονται πάνω στη ζωή και την εποχή τους. Δεν είναι αλλιώτικα τα ερωτήματά τους, κι εγώ, η συνέχειά τους, αναζητώ την Αντιγόνη σε κάθε γυναικείο πρόσωπο. 
Εικόνες και ήχοι ανάμεσα σε θραύσματα. Κατοικία θεϊκή κάποτε, εξαϋλώνεται όπως οι ανθρώπινες μνήμες. Εκεί ψηλά, μέσα σ’ ένα σχεδόν λευκό σύννεφο, το έργο του μόχθου, του πνεύματος που ο Θεός δάνεισε στους ανθρώπους εναγκαλίζεται την ουράνια μουσική που δεν τελειώνει. Αν μπορούσα ν’ ανέβω ψηλότερα, να αισθάνομαι ότι μπορώ ν’ απλώσω το χέρι και να αγγίξω τις γραμμές μέσα στα σύννεφα, να μην τις βλέπω αλλά να είναι εκεί, να τις νιώθω με την αφή, να τις οικειώνομαι, να γίνομαι προέκτασή τους… Ν’ αποξενώνομαι από μένα, να γίνομαι ιδέα κι εγώ. 
Περνάω από τα μεταλλικά ικριώματα με τα οποία οι νεωτερικοί πασχίζουν να κρατήσουν όρθιο τον ναό, ανεβαίνω την κρηπίδα, αγωνιώ να δω από στιγμή σε στιγμή την Αντιγόνη. Στέκομαι για λίγο ανάμεσα στις κολόνες, πατάω στα μάρμαρα του δαπέδου. 
Δεν μπορεί, θα φανεί. Θα βρούμε μια ζεστή γωνιά να στεγνώσουμε από την υγρασία, μου έλειψες, θα της πω. 
Όμως, συμπτώματα γκρίζου χωροχρόνου πλακώσαν, έχουν ζώσει ολούθε το μνημείο, την πόλη, τη χώρα και τα ακόμα πιο μακρινά. Ψάχνοντάς την, ρίχνω ένα γύρο το βλέμμα. Χωρίς καθαρό πεδίο, θολός, μακρινός ο ίδιος ο χρόνος. Οι κολόνες ρίχνουν βαριές τις θηριώδεις σκιές τους στο δάπεδο. Να την, μια σκιά που φαίνεται και χάνεται. 
Της φωνάζω, απλώνω τα χέρια. Εγώ στη μια άκρη, εκείνη στην άλλη. Μ’ εξουθένωσαν τα εγκόσμια, τα θεία, δεν αντέχω πια να την κυνηγάω, ο τρόπος μου κατέστρεψε κι εμένα, τώρα εδώ γονατίζω μπροστά της ζητώντας έλεος, μετανιώνω, κι ας είναι αργά. Ίσως έτσι κατορθώσω ν’ αναβλέψω, να στηριχθώ. Αυτόν που έχει φτάσει σε έσχατη ατίμωση δεν τον χλευάζει κανείς. 
Αλλά δε μου απαντά, με αγνοεί παραδίνοντάς με στη λύπηση, στην καταδίκη· δεν έχει τίποτε να περιμένει. Περιφέρεται κι αυτή σε σωρούς ερειπίων, σαν αιώνες ξοδεμένοι να την έχουν εξουθενώσει. Ανοίγω το στόμα μου, μα φωνή δε βγαίνει· δε μ’ ακούει. Κινούμαι προς τη μεριά της, να την πλησιάσω· απομακρύνεται. 
Νιώθω την απόγνωση παιδιού που δε βρίσκει πουθενά τη μητέρα του. Κοιτάζω προς το μέρος όπου την έχασα από τα μάτια μου, οι προβολείς μόνο σκιές ρίχνουν στον θεόρατο ναό, δε βλέπω πια τίποτα, κι η ομίχλη πυκνώνει. Να φύγω. Τα μάρμαρα εκείνα πιέζουν το στήθος μου. 
Αύριο θα με απορροφήσει και πάλι της Αντιγόνης η μορφή. Δε γλιτώνω. 
Φωτίζει τις γραφές εις παρηγορίαν. Μόνο η φλόγα, προς το παρόν η φλόγα, μέχρι να φέξει· τρεμάμενη, αβέβαιη, μικρή αλλά δεν έχει χαθεί οριστικά, δε σβήνει, όχι το τίποτα, όχι το μηδέν. 




________________
Η Μαρία Πάλλα γεννήθηκε το 1952 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιστορία στο ΑΠΘ και στη Γαλλία, στοUniversité Paris VII (Jussieu) και στην École des Hautes Études en Sciences Sociales (EHESS). Tο 2003 κυκλοφόρησαν εκτός εμπορίου από τις εκδόσεις «Νέα Πορεία» οι Απώλειες, εννέα πεζογραφήματα. Η νουβέλα Πυροτεχνήματα στη νύχτα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πάροδος, 9, περίοδος δεύτερη, Ιούν. 2006. Στην ιστοσελίδα One story (Openbook, Ανοιχτή λογοτεχνία) δημοσιεύτηκε το διήγημα Ο κύριος Χανς (Σεπτέμβριος 2012). Το μυθιστόρημά της Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 2010 από τις εκδόσεις «Νησίδες».

~~~~~~~~~~~~~~~~
*δημοσιεύθηκε στο diastixo.gr
http://www.diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1010:palla-keri&catid=55:pezografia&Itemid=104

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Δημήτρης Νόλλας: «Είμαστε καταδικασμένοι να σώσουμε τον τόπο»


της Σταυρούλας Παπασπύρου*

Πόση Ελλάδα χωράει μέσα σε 180 σελίδες; Αν πρόκειται για το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Νόλλα, τόση ώστε να πέφτει στο κεφάλι σου βαριά σαν τσεκουριά. Λίγους μήνες μετά τη συλλογή διηγημάτων του «Στον τόπο», όπου πριμοδοτούσε το αίτημα της αλληλεγγύης, της κατανόησης και της αγάπης, ο 73χρονος συγγραφέας επανέρχεται με μια πυκνή σύνθεση που λες και αγκαλιάζει όλα τα προηγούμενα βιβλία του.

Το «Ταξίδι στην Ελλάδα», που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες (εκδ. Ικαρος), εκτυλίσσεται το '63, αλλά είναι πλημμυρισμένο από αναφορές που σκαλίζουν τις πιο σκοτεινές πλευρές της πρόσφατης ιστορίας μας. Ενα ψηφιδωτό καταστάσεων και νοοτροπιών απ' όπου πήγασαν και πηγάζουν πολλά δεινά μας, και μια απόπειρα, ταυτόχρονα, συμφιλίωσής μας με την περίφημη «ελληνική ιδιοπροσωπία», που σήμερα μοιάζει πιο πολύτιμη από ποτέ.
Το ταξίδι του κεντρικού ήρωα -του ξενιτεμένου στη Γερμανία, υποτίθεται για σπουδές, επίδοξου ποιητή Αρίστου- δεν πρόκειται να διαρκέσει παρά τρεις βδομάδες, και όσο μπερδεμένα ήταν τα συναισθήματά του φτάνοντας, ακόμη πιο μπερδεμένα θα 'ναι αποχωρώντας. Μέχρι να πάρει το δρόμο της επιστροφής για κείνη τη γωνιά της Βαυαρίας, όπου μέχρι πρότινος «κοπροσκύλιαζε» ροκανίζοντας το μερίδιό του από την πατρική περιουσία, ο Αρίστος θα 'χει συνειδητοποιήσει πως η εικόνα που εισέπραξε από την Ελλάδα ήταν κόντρα στην εξιδανικευμένη ιδέα που κουβαλούσε μέσα του. Ακόμη και οι πιο δικοί του άνθρωποι -ας όψονται οι κληρονομικές διαφορές- θα τον απογοητεύσουν. Στην προσπάθειά του δε να καταλάβει τι σόι άνθρωπος είναι ο ίδιος, θα αντιληφθεί πως μόνο άμεμπτος δεν είναι τελικά...

Παλιές ανομίες
Όλα ξεκινούν στο κουπέ ενός τρένου που διασχίζει την πρώην Γιουγκοσλαβία, με τον Αρίστο να συνοδεύει, βαρυγκωμώντας, μια μάλλον σαλεμένη γυναίκα με τα διπλά του χρόνια, «μια κακομοίρα», πρώην εργάτρια σε φάμπρικα της Γερμανίας, και μάλιστα από το '43. Έχει αναλάβει να την παραδώσει στους δικούς της, αλλά με το που φτάνουν στη Θεσσαλονίκη, η «αποσκευή» του, όπως τη χαρακτηρίζει, χάνεται από προσώπου γης. Κι επειδή νιώθει υποχρεωμένος σ' εκείνον που του την έχει εμπιστευτεί, θα επιστρατεύσει ό,τι γνωριμίες διαθέτει στη γενέτειρά του για να εντοπίσει τα ίχνη της. Αυτό είναι το πρόσχημα για να ξετυλιχτεί ο κεντρικός κορμός της ιστορίας και μαζί όλα τα παρακλάδια της.
Πρώτη στάση του ταξιδιού, μια Θεσσαλονίκη υπό «εκσυχρονιστική ανοικοδόμηση», «σπαρμένη χάσματα», όπου ο Αρίστος, στη θέα της πάλαι ποτέ επιβλητικής βίλας του Γάλλου παππού του, εκδότη προπολεμικά τοπικής εφημερίδας, ανασύρει εικόνες από την παιδική του ηλικία, απωθημένες για καιρό: τη φιγούρα του τοκογλύφου που άδειαζε επί κατοχής τη βίλα από τα βαριά της έπιπλα, τον αδελφό του να κρύβεται επί Εμφυλίου και από τους κομμουνιστές και από τους κυβερνητικούς. Ο ήρωας του Νόλλα δεν μασά τα λόγια του για την «πανούκλα» της πόλης -«τους μαυραγορίτες, τους καταδότες, τους ταγματασφαλίτες, τους άρπαγες εβραϊκών περιουσιών...»-, της ίδιας πόλης που έχει μόλις χρεωθεί ένα κρίμα ακόμη, τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Στις παλιές ανομίες πάντα έρχονται καινούργιες να προστεθούν...
Σ' ένα «κωλάδικο» με το εξωτικό όνομα «Βομβάη», εν μέσω εργολάβων οικοδομών, εμπόρων, μεσιτών, χαφιέδων και «ένστολων βλαχαδερών» με θηλυπρέπεια που βγάζει μάτι, ο Αρίστος θα ζητήσει τη βοήθεια ενός σπιθαμιαίου αξιωματικού της Χωροφυλακής, στο πρόσωπο του οποίου διακρίνεται ανάγλυφη «η πείρα ενός αιώνα ανακρίσεων». Η ώρα που θα αντιληφθεί τι τίμημα απαιτείται για τις πληροφορίες που γυρεύει δεν έχει φτάσει. Ομως το σύντομο πέρασμά του από το παράνομο ΚΚΕ και ο συγχρωτισμός του στο Μόναχο με αριστερούς φοιτητές, θα αποδειχτούν η αχίλλειος πτέρνα του.
Επόμενη στάση του ταξιδιού, ένα ορεινό χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, όπου μονάζει ο μοναδικός ίσως άνθρωπος που θα ήθελε να συναντήσει η εξαφανισμένη «αποσκευή» του Αρίστου: ένας διανοούμενος-κτηνοτρόφος με μεγάλη περιουσία, που έχει για πρότυπό του τον Τολστόι, κάποιος που πρόλαβε στα νιάτα του τη Δίκη των Τόνων και είδε τον πατέρα του δολοφονημένο από συμμορία βουνίσιων ληστών, ένας άντρας που τώρα αργοπεθαίνει και ο οποίος φλέγεται να δώσει στον Αρίστο συμπυκνωμένη τη δική του εμπειρία από τον αδελφοκτόνο σπαραγμό.
Είμαστε στην καρδιά πια του βιβλίου, εκεί όπου κρύβεται ίσως όλο το ζουμί. Μπορεί να σταθεί κανείς ουδέτερος σε μια εμφύλια διαμάχη; Μήπως εκείνοι που σχεδιάζουν να πάρουν τη θέση των παλιών αφεντικών, τάζοντας στους φτωχούς και στους απόκληρους κατάργηση τάξεων και ανισοτήτων, είναι εξίσου ψεύτες και απατεώνες με τους προηγούμενους επειδή αποκρύπτουν πως οι άνθρωποι θα είναι πάντα σε αναζήτηση ενός ποιμένα; Μήπως ο κάθε νέος «βοσκός», ό,τι και αν πρεσβεύει, δεν φροντίζει με το δικό του τρόπο το ποίμνιο; Μπας και τελειώνει ποτέ το Κακό;
Κωπηλάτες στη γαλέρα της ζωής, οι άνθρωποι είναι έρμαια των περιστάσεων, μοιάζει να υποστηρίζει ο Νόλλας, όμηροι της Ιστορίας αλλά και του «εγώ» τους, αυτής της ανεξάντλητης δεξαμενής που αναζωογονεί τον τρόπο με τον οποίο πορευόμαστε. Κάθε φορά που «η σκεπή από πάνω μας μπάζει», κάθε φορά που ο γενέθλιος τόπος απειλείται από οικεία βέλη, είμαστε καταδικασμένοι να ανασυγκροτούμε τις δυνάμεις μας για να τον σώσουμε. Αυτός ο τόπος μάς έλαχε, σαν να μας λέει, σ' αυτό τον τόπο πρέπει να συμβιώσουμε.


_____________________________
* από περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Παρουσίαση ποιητικής συλλογής "Ο χαλασμένος χρόνος" του Κώστα Γκερμπεσιώτη

"Ο χαλασμένος χρόνος"
Ποίηση 
του Κώστα Γκερμπεσιώτη 
Εκδόσεις Υφος, Αθήνα 2013
Με ιδιαίτερη χαρά το Ash In Art σάς προσκαλεί στην ποιητική βραδιά της Δευτέρας 4/3 ώρα 8μμ όπου θα παρουσιαστεί η ποιητική συλλογή "Ο χαλασμένος Χρόνος" του Κωνσταντίνου Γκεμπερσιώτη.

Η Ντίνα Ρίτσου, στον πρόλογο της συλλογής γράφει: "Ομολογώ ότι είχα χάσει την ελπίδα μου με την σύγχρονη ελληνική ποίηση. Δεν έβλεπα κάτι δυνατό να γεννιέται. Η ποίηση του Κ.Γ. με ξάφνιασε...είπα μέσα μου: "Να, ένας που ζει". Η ποίησή του είναι σε δύο επίπεδα, ένα βαθύ προσωπικό. Κι ένα πανανθρώπινο, πέρα από τον χρόνο".

Σφράγισα τις πύλες με χρυσόχαρτο
Έδεσα με ασήμι τον χαλασμένο χρόνο
Στο σκοτάδι έριξα σκοτάδι
Λίθους μαύρους πέταξα στον πυθμένα του
Να πετρώσουν οι μνήμες...


Από το ποίημα "Η τελευταία μάχη" (Εκδ. Ύφος, 2013)

--------------------------------------------------------

ΑSH IN ART - Σπίτι Ασ. Υπ. Τέχνης, Ηρακλέους 10 & Kαλλιρρόης, 11743, Αθήνα,
έναντι στάσης μετρό Συγγρού - Fix

Τ: 210 9216-890 , Ε-Μ: info@ashinart.com, URL: http://www.ashinart.org/.

Ποιητική βραδιά

την Δευτέρα 4 Μαρτίου & ώρα 20.00
Για την ποίηση του Κώστα Γκερμπεσιώτη 
θα μιλήσουν: η Ντίνα Ρίτσου, Συγγραφέας, Ηθοποιός
Βασίλης Αναστασίου, Σκηνοθέτης θεάτρου,
διαβάζουν οι Ηθοποιοί:  Ιωάννα Μπιλίρη και Σουζάνα Βαρτάλη, 
με επίλογο του Κώστα Γκερμπεσιώτη, 
συντονίζει ο Πάνος Αϊβαλής, δημοσιογράφος.


στο Ash in Art
Hρακλέους 10 & Λαχούρη 1, N. Κόσμος
Στάση ΜΕΤΡΟ "ΣΥΓΓΡΟΥ-FIX"
 (50 μέτρα από Καλλιρόης)

Σας περιμένουμε



Tηλ:210-9216890Kιν: 6948688829
E-mail:ashinart@yahoo.com

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Κική Δημουλά στη Herald Tribune: "Θα ζήσουμε χειρότερα απ' ό,τι στη Χούντα"



PS: Πολύ πικρές, μα πολύ πικρές αλήθειες. Και οι άλλοι χαίρονται για τα επιτεύγματα τους και λόγω της εορτής των Θεοφανείων βγάζουν στον Πειραιά λογίδριο του ... ταλίρου. Φαίνεται ότι δεν τους άγγιξε η φώτιση που δίνει σήμερα το Άγιον Πνεύμα !!!!
--------
Τι δήλωσε η Ελληνίδα ποιήτρια σε συνέντευξη που παραχώρησε στην International Herald Tribune

Η Κική Δημουλά φιλοξενείται στο εξώφυλλο της International Herald Tribune, την παγκόσμια, έντυπη έκδοση των New York Times.
Αφορμή για το αφιέρωμα στην Ελληνίδα ποιήτρια είναι η έκδοση ποιημάτων της στα αγγλικά από το πανεπιστήμιο Yale.


"Σκοτάδι και χάος"
Όταν ο δημοσιογράφος της ζήτησε, μεταξύ άλλων, να περιγράψει την κατάσταση στην Ελλάδα, η 81χρονη ποιήτρια είπε χαρακτηριστικά: "Σκοτάδι και χάος".
"Η κ. Δημουλά μπορεί να έχει μια τάση προς τη δραματοποίηση αλλά οι λέξεις της είναι πάντα διαλεγμένες σωστά και με προσοχή", αναφέρει ο Rachel Donadio, συντάκτης του κειμένου.
"Η ποίησή της είναι λιτή, με βαθιά νοήματα, χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς, μετατρέπει το καθημερινό σε κάτι μεταφυσικό, έχει ως πηγή έμπνευσης ζητήματα όπως αυτά του χρόνου και της μοίρας τα οποία τα κάνει τελείως δικά της, και έχει κερδίσει πιστούς αναγνώστες στην Ελλάδα" αναφέρει στη συνέχεια η Herald Tribune και επικαλείται τα λόγια του Νίκου Δήμου.
"Πρόκειται για την καλύτερη Ελληνίδα ποιήτρια μετά την Σαπφώ". "Είναι επίσης η πρώτη εν ζωή ποιήτρια που περιλαμβάνεται στην σειρά Ποίησης του γαλλικού εκδοτικού οίκου Gallimard", συμπληρώνει ο συντάκτης.
"Το προηγούμενο φθινόπωρο, κυκλοφόρησε από το Πανεπιστήμιο του Yale μια νέα συλλογή επιλεγμένων ποιημάτων της με τον τίτλο ''The Brazen Plagiarist'', σε μετάφραση των Cecile Margellos και Rika Lesser. Είναι η πρώτη κυκλοφορία ποιημάτων της Δημουλά στα αγγλικά μετά από δύο δεκαετίες".
Η επόμενη ερώτηση του δημοσιογράφου, έχει να κάνει με το γεγονός ότι η κ. Δημουλά δε μιλά αγγλικά.
"Ήμουν τεμπέλα", λέει ευθαρσώς και παραδέχεται ότι ανησυχεί για την ακριβή μετάφραση των ποιημάτων της στην αγγλική. Η ανησυχία της αυτή αποτυπώνεται και στον πρόλογο της νέας συλλογής της, όπου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι δεν είναι σίγουρη "για το αν η γέφυρα από τη μία γλώσσα στην άλλη είναι αρκετά γερή". "Αλλά η γέφυρα και η ίδια η ποιήτρια είναι πολύ γερές και οι δύο", συμπληρώνει η εφημερίδα.

"Πατρίδα μου είναι η γλώσσα", δηλώνει η ίδια παρακάτω και δεν παραλείπει να σχολιάσει την έτερη εργασία της στα νιάτα της. Όντας τραπεζικός επί σειρά ετών, κάνει αναδρομή στο παρελθόν της και ανακαλώντας στη μνήμη της την τραπεζική καθημερινότητα της, λέει αφοπλιστικά. "Ήταν μια φυλακή, ειδικά την περίοδο της δικτατορίας".
Όσο για το σήμερα; Η ποιήτρια πιστεύει πως τα πράγματα θα γίνουν ακόμα χειρότερα.
"Πιστεύω πως τα πράγματα μπορούν να γίνουν χειρότερα κι απ' ότι ήταν την περίοδο της Χούντας. Επί Χούντας υπήρχε αυστηρή επιτήρηση και διώκονταν οι αριστεροί. Σήμερα διώκονται όλοι".
Η ίδια αναφέρει μάλιστα, πως έχει υποστεί μειώσεις στη σύνταξη της, όπως το σύνολο των Ελλήνων συνταξιούχων. "100 άνθρωποι έκαναν κατάχρηση εξουσίας και τώρα πληρώνουμε όλοι", δηλώνει σχετικά.
Ποιον πολιτικό παρακολουθεί περισσότερο; "Βλέπω ειδήσεις και ενημερώνομαι, ακούω όλους τους πολιτικούς λόγους, ιδίως όμως του κ. Βενιζέλου. Είναι πολύ προσεκτική και καλά δομημένη η κάθε του ομιλία. Εξετάζω την ποιότητα, όχι την αξιοπιστία των λόγων του", λέει και ο δημοσιογράφος ρωτάει. "Πιστεύετε πως λέει αλήθειες"; Η απάντηση της κ. Δημουλά είναι μονολεκτική. "Όχι".
Εν συνεχεία, ο συντάκτης κάνει ιδιαίτερη μνεία και στις εκδόσεις Ίκαρος, τον εκδοτικό οίκο που επιμελείται και κυκλοφορεί επί σειρά ετών το έργο της κ. Δημουλά και των μεγαλύτερων Ελλήνων ποιητών, αναφέροντας ότι, όπως πολλά βιβλιοπωλεία και εκδοτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα, και ο Ίκαρος δίνει τον δικό του αγώνα για επιβίωση εν μέσω κρίσης.
Τέλος, η ποιήτρια μιλάει και για το ίδιο της το έργο.
"Μισώ να ξαναδιαβάζω τα ποιήματα μου", λέει. "Είμαι μητριά των ποιημάτων μου, τα αντιμετωπίζω αποστασιοποιημένα. Γενικά είμαι πεσιμίστρια. Ο πεσιμισμός είναι η βαθύτερη αγάπη για τη ζωή. Οι αναγνώστες μου λένε πως το έργο μου είναι μια παρηγοριά για αυτούς.
Αναρωτιέμαι όμως. Πως μπορώ να τους παρηγορήσω από τι στιγμή που η ίδια είμαι απαρηγόρητη;", δηλώνει, κλείνοντας με το όνειρο της. "Θέλω να μετατρέψω την πραγματικότητα σε κάτι το λιγότερο πραγματικό".

__________________
πηγή: news247.gr