«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Η Φωτό Μου
επιμέλεια σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής


Καλή ανά-γνωση

...για την γραφή, το ύφος και τη γλώσσα...σελίδες του περιοδικού "ύφος"....

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Λουκάς Καστανάκης - "Παιδιά καλών οικογενειών" Διηγήματα από τις εκδόσεις Αίολος, σελ. 360.

 Νεοελληνική πεζογραφία - Διήγηματα 
Από τις εκδόσεις Αίολος, σελ. 360.

Τι ετοιμάζουν στην πατρίδα οι τάχατες μορφωμένοι πολιτικοί δίχως αυτή να υποψιάζεται τίποτε; - περιμένοντας μάλιστα το λυτρωμό της απ' αυτή τη χαλασμένη πάστα! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και το χειρότερο, να της έχουν επιβάλει και μιαν άλλη πρόληψη, την πιο θανάσιμη κι αγράμματη, πως ο λυτρωμός δεν μπορεί να 'ρθει, τάχατες, από τους απλούς ανθρώπους, που δεν εσπούδασαν πολιτικά, που δε διδάχτηκαν την τέχνη του δυνάστη, του δημοκόπου, του εκμεταλλευτή...
Το "Παιδιά καλών οικογενειών" είναι μια σειρά ανέκδοτων μέχρι σήμερα διηγημάτων του Λουκά Καστανάκη, γραμμένων από το 1942 ως το 1956. Ο συγγραφέας αναπαριστά γλαφυρά την εποχή του, από τα τέλη του 19ου μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, τους τόπους που έζησε, από την προεπαναστατική Ρωσία, την Κωνσταντινούπολη, το Παρίσι, το Βερολίνο ως τους τόπους εξορίας του στην Ελλάδα, καθώς και τους ανθρώπους που γνώρισε σ' όλη την οδύσσεια της ζωής του, εστιάζοντας στα πάθη τους, στις αγωνίες και τα βάσανά τους, στις αξίες και τις ελπίδες τους... Καυστικός, με χιούμορ, αισιόδοξος, ο "κοσμοπολίτης" Καστανάκης γράφει "επίκαιρα" διηγήματα, με χαραχτήρες που θυμίζουν τους σημερινούς, στηλιτεύοντας ό,τι ταλαιπωρεί τον Έλληνα αιώνες τώρα.
Την επιμέλεια αλλά και τον πρόλογο (ακολουθεί παρακάτω) έκανε με ιδιαίτερη φροντίδα και αγάπη ο Γιώργος Καραντώνης.

1948. Ο Λουκάς Καστανάκης, εξόριστος στην Ικαρία, 
με τη σύζυγό του Μίλη.

Τις τελευταίες δεκαετίες βρισκόμαστε μπροστά σε μια λογοτεχνική αναβίωση του παρελθόντος: Έχουμε την άνθηση αφ’ ενός των ιστορικών μυθιστορημάτων, μυθιστορημάτων, δηλαδή, με ήρωες πραγματικά ιστορικά πρόσωπα του παρελθόντος, αφ’ ετέρου μυθιστορημάτων που η δράση τους εξελίσσεται σε διάφορες περασμένες χρονικά περιόδους, με πρωταγωνιστές φανταστικά πρόσωπα, που δρουν είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. Αυτή η τάση φυγής από τη σύγχρονη εποχή επιδέχεται πολλές ερμηνείες, που φυσικά δεν μπορώ να επιχειρήσω εδώ. Θα σημειώσω μόνο ότι πολλά από αυτά τα έργα «θαμπώνουν» τον αναγνώστη με ονομασίες, τοποθεσίες, ήθη και έθιμα περασμένων εποχών που δεν μπορεί να ελέγξει, ενώ δε λείπουν αρκετές ιστορικές ανακρίβειες, που εγώ ο ίδιος έχω εντοπίσει σε κάποια απ’ αυτά.
Στην ίδια, ουσιαστικά, κατεύθυνση κινούνται αρκετά σύγχρονα λογοτεχνικά έργα, που το σκηνικό τους βρίσκεται στη σημερινή εποχή αλλά σε χώρες του εξωτερικού, με ξένους ήρωες σε κάποια από αυτά. Συχνά οι συγγραφείς των σχετικών μυθιστορημάτων ή διηγημάτων έχουν μια επιφανειακή σχέση με τις χώρες της πλοκής των έργων τους, μια σύντομη παραμονή σε αυτές, πράγμα όμως που δεν τους εμποδίζει να γεμίζουν τις σελίδες τους με περιγραφές και ονόματα τόπων, οδών, πλατειών, λεωφόρων, θεάτρων, κινηματογράφων, μπαρ, καμπαρέ, γκαλερί και ό,τι άλλου χωρά ο νους σας. Έχουμε και εδώ μια τάση φυγής, όχι χρονική αλλά τοπική, όχι προς το παρελθόν αλλά προς το εξωτερικό, με τον αντίστοιχο εντυπωσιασμό του αναγνώστη με μια δήθεν πληροφόρησή του και με έναν «χωριάτικο» κοσμοπολιτισμό, πασπαλισμένο με πολλές ξένες λέξεις και ξενικές εκφράσεις. Εννοείται πως είναι συνηθισμένο φαινόμενο η διπλή «απόδραση» στο χρόνο και στο χώρο, στο παρελθόν και στο εξωτερικό. Όλα αυτά έχουν ενδιαφέρον όχι μόνο λογοτεχνικό, αλλά επίσης κοινωνιολογικό, ψυχολογικό κλπ., ενώ οι παραπάνω παρατηρήσεις μου δεν εξετάζουν τη λογοτεχνική αξία ή απαξία των σχετικών έργων.
Φαινομενικά τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο ανήκουν στις προαναφερόμενες κατηγορίες, αφού αναφέρονται σε περασμένες εποχές, από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα ως τη μέση του εικοστού, ενώ η πλοκή τους τοποθετείται στα περισσότερα έξω από τον ελλαδικό χώρο.
Όμως έχουν δύο θεμελιώδεις διαφορές: Είναι γραμμένα στην περίοδο 1942-1956, αλλά παρέμειναν ανέκδοτα ως σήμερα, αποτελούν δηλαδή μια φωνή από το παρελθόν που μιλά ακριβώς για το παρελθόν που περιγράφουν και – κυρίως – είναι γραμμένα από έναν άνθρωπο που έζησε και έδρασε για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της ζωής του στους τόπους που περιγράφει: στην Κωνσταντινούπολη, όπου γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια, στον Καύκασο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, μέρη όπου είχε πολύχρονη παραμονή και πολυποίκιλη δράση, πριν καταλήξει και εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα, όπου έζησε τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια της ζωής του, με εξαίρεση, βέβαια, την τετραετή περίπου περίοδο της εξορίας του σε διάφορα «τουριστικά» νησιά.

Στην πλατεία Δεξαμενής στο Κολωνάκι, 
το Μάιο του 1953.
Μίλη Καστανάκη, Ευρυδίκη Καραντώνη, 
Λουκάς Καστανάκης και Γιώργος Καραντώνης (έξι ετών).

Από όλα τα μέρη και τους πάμπολλους ανθρώπους που γνώρισε στη διάρκεια της ζωής του, ο συγγραφέας αντλεί το πολυποίκιλο υλικό του και καταγράφει καταστάσεις αληθινές και πολύ οικείες του, δίνοντας μια γλαφυρή αναπαράσταση, ιδιαίτερα του Eλληνισμού της διασποράς. Αντίθετα, μάλιστα, απ’ ό,τι γράφεται συνήθως σε πολλά βιβλία, τα πρόσωπα των διηγημάτων του είναι υπαρκτά – αν και αναγράφονται με ψευδώνυμο – και καμιά τυχαία σύμπτωση δεν υπάρχει με πρόσωπα και γεγονότα εκείνης της εποχής, πράγμα που φαίνεται και από το ότι αρκετά πρόσωπα και κάποια περιστατικά είναι κοινά σε μερικά διηγήματα. Ο ίδιος ο συγγραφέας είχε γνωρίσει πολύ καλά, από τα μέσα, όλα αυτά τα «παιδιά καλών οικογενειών», τους στενούς συγγενείς πρωθυπουργών και υπουργών, τους βιομήχανους, τους έμπορους, τους πολιτικούς, τους ξεπεσμένους πρίγκιπες, τους ψευτοαριστοκράτες, τους διανοούμενους, τους ψευτοδιανοούμενους, τους «κοτσαμπάσηδες στα γράμματα και στην πολιτική». Ο ίδιος είναι ο Καπετανάκης στα «Παιδιά καλών οικογενειών» και η Καπετανάκη η σύζυγός του Μίλη, ο Πέτρος στην «Απαγωγή» κ.ο.κ. Όλα τα διηγήματα είναι κομμάτια από την πολυτάραχη και περιπετειώδη ζωή του, μια πραγματική «Οδύσσεια», όπως πετυχημένα τιτλοφορείται ένα ημιτελές – δυστυχώς – μυθιστορηματικό χρονικό της ζωής του και της ζωής άλλων γνωστών του ατόμων, που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει και που παραμένει ανέκδοτο, όπως ανέκδοτα παραμένουν λίγα επί πλέον διηγήματά του που τα άφησε σε μια πρώτη γραφή, οπότε δεν κρίθηκε σκόπιμο να συμπεριληφθούν εδώ.
Τα δημοσιευόμενα εδώ διηγήματα έχουν γραφτεί, όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ 1942 και 1956. Όπου υπήρχε ακριβής χρονολογία αναγράφτηκε. Στο τελευταίο, «Θάλαμος αριθμός 410», σημειώθηκε από μένα το έτος 1956· γράφτηκε τους τελευταίους μήνες της ζωής του συγγραφέα και, παρά τη σχετική αυτοτέλειά του, δεν ολοκληρώθηκε ουσιαστικά αφού ο θάνατός του δεν το επέτρεψε. Αναφέρεται στο θάλαμο 410 του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», όπου ο Λουκάς Καστανάκης πέρασε το χειμώνα του 1955-1956. Το Μάρτιο του 1956 βγήκε από τον «Ευαγγελισμό», έμεινε περίπου τρεις μήνες στο σπίτι του, αλλά η κατάσταση της υγείας του χειροτέρεψε και μπήκε στο δημοτικό νοσοκομείο «Η Ελπίς», όπου και πέθανε σε λίγες μέρες, στις 26 Ιουνίου, και κηδεύτηκε την επομένη (πέθανε από νεόπλασμα του ουροποιητικού συστήματος).
Άρχισα τη βιογραφία του συγγραφέα από το τέλος, από το θάνατό του. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή. Ο Λουκάς Καστανάκης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη την 30ή Δεκεμβρίου 1890. Ήταν ο πρωτότοκος από τα τρία παιδιά του Αντώνη Καστανάκη και της Ευρυδίκης Παππαδοπούλου. Ο δεύτερος γιος Μανόλης γεννήθηκε το 1892 και ο τρίτος γιος της οικογένειας, ο γνωστός πεζογράφος Θράσος Καστανάκης, το 1901. Ήταν πρώτος εξάδελφος του ζωγράφου και σκιτσογράφου Νίκου Καστανάκη. Στην Κωνσταντινούπολη τέλειωσε το φημισμένο «Ζωγράφειο» γυμνάσιο και το 1909 πήγε στον Καύκασο, όπου παρέμεινε ως το 1920. Ξεκίνησε να εργάζεται στην εταιρεία των αδελφών Αρβανιτίδη, ως γενικός διευθυντής του εργοστασίου πετρελαίων και της εταιρείας μαγγανίου, από το 1915. Στο Μπατούμ (Βατούμ) του Καυκάσου παντρεύτηκε το Μάιο του 1917 την κατά ένα έτος μεγαλύτερή του Ναντέζντα (Μίλη) Παράτσα, Αυστριακή υπήκοο με πατέρα Σέρβο (Μαυροβούνιο) και μητέρα Ελληνίδα, που γεννήθηκε στο Μπατούμ το 1889. Στον Καύκασο ο Λουκάς Καστανάκης γνώρισε τον Νίκο Καζαντζάκη, συνδέθηκε στενά μαζί του με μια πολυκύμαντη φιλία που συνεχίστηκε στο Βερολίνο, στο Παρίσι, στην Αθήνα – ήταν, μάλιστα, ο άνθρωπος που έμαθε ρωσικά στον Νίκο Καζαντζάκη. Το 1920 ο Λουκάς Καστανάκης πήγε στο Παρίσι με τη σύζυγό του, όπου σπούδασε και πήρε πτυχίο από τη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, ενώ παράλληλα έγινε μαθητής και στενός συνεργάτης του Ψυχάρη. Στο Παρίσι ασχολήθηκε με διάφορες επιχειρήσεις, διετέλεσε ανταποκριτής ελληνικών εφημερίδων, εκδότης και διευθυντής της ελληνόφωνης εφημερίδας Αγών, που έκανε και εκδόσεις αξιόλογων βιβλίων στα ελληνικά. Εκεί υπήρξε από τους ιδρυτές και γενικός γραμματέας του «Διεθνούς Βήματος των Φοιτητών» (TRIBUNE INTERNATIONALE DES ÉTUDIANTS), οργάνωσης διεθνούς σημασίας, που ένωνε τους φοιτητές και τους διανοούμενους όλων των χωρών που ζούσαν ή σπούδαζαν στο Παρίσι, όπου έδρευε η οργάνωση και όπου γιορτάστηκε η ίδρυσή της τη 12η Ιανουαρίου 1926, με την παρουσία προσωπικοτήτων διεθνούς κύρους, μεταξύ των οποίων και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Μετά από μακρόχρονη παραμονή στη Γαλλία και στη Γερμανία, με ταξίδια και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το ζεύγος Καστανάκη εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα το 1931. Εδώ ο Λουκάς Καστανάκης, παράλληλα με τις εμπορικές δραστηριότητές του, εργάστηκε ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες Πολιτεία και Ανεξάρτητος, ως τη διακοπή τους, καθώς και σε διάφορα περιοδικά και στον εκδοτικό οίκο Δημητράκου, ενώ τα έτη 1934 και 1935 εργάστηκε και στη σοβιετική εμπορική αντιπροσωπεία και ιδιαίτερα στο τμήμα αγοράς και εξαγωγής ελληνικών καπνών. Τον Ιούνιο του 1932 ήταν μεταξύ των σημαντικών προσωπικοτήτων που υπέγραψαν το αντιπολεμικό μανιφέστο των Ελλήνων διανοουμένων και καλλιτεχνών και το 1933 υπέγραψε τη διαμαρτυρία των Ελλήνων λογίων για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και τις διώξεις που αυτός άρχισε. Το 1935, στην εποχή του Κονδύλη, εξορίστηκε για πρώτη φορά στη Φολέγανδρο για δύο περίπου μήνες, από τον Οκτώβριο ως το Δεκέμβριο. Τον Ιούλιο του 1936 ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του σωματείου με τον τίτλο «Εταιρεία Θεατρικής Συνεργασίας», μαζί με πολύ γνωστά ονόματα από το χώρο του θεάτρου και της λογοτεχνίας. Στην κατοχή πήρε μέρος στην Eθνική Aντίσταση και μεταπολεμικά εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφραστής στις εφημερίδες Ελεύθερη Ελλάδα και Ριζοσπάστης.
Σαν ανταμοιβή (!) για τα πατριωτικά και δημοκρατικά του ιδεώδη πιάστηκε εντελώς αναιτιολόγητα το Δεκέμβριο του 1947 και εξορίστηκε στην αρχή στην Ικαρία (στον Εύδηλο πρώτα και στον Άγιο Κήρυκο ύστερα, μέχρι τον Ιούνιο του 1949), μετά στη Μακρόνησο (μέχρι τον Ιούλιο του 1950) και, τέλος, στον Άη-Στράτη (μέχρι τον Αύγουστο του 1951) απ’ όπου και ελευθερώθηκε. Μετά την απελευθέρωσή του εργάστηκε πάλι ως δημοσιογράφος και μεταφραστής στο Βήμα, στα Νέα και στον Ταχυδρόμο του συγκροτήματος Λαμπράκη και στην Ακρόπολη, ως λίγες μέρες πριν από το θάνατό του, την 26η Ιουνίου 1956, αφού και από το νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και από το σπίτι του έγραφε, μετέφραζε και έστελνε τις συνεργασίες του στις προαναφερόμενες εφημερίδες. Τα πάμπολλα άρθρα του και οι πολυάριθμες μεταφράσεις του βρίσκονται διάσπαρτες σε διάφορα έντυπα και πέρα των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, όπως στην Παγκόσμιο Φιλολογική Εγκυκλοπαίδεια του Ανεξάρτητου, στα Νεοελληνικά Γράμματα του Δημήτρη Φωτιάδη κ.λπ.· άλλοτε είναι ανυπόγραφες, άλλοτε φέρουν την υπογραφή του, άλλοτε τα αρχικά του Λ.Κ. ή Λ.Κ-ς, άλλοτε ψευδώνυμα, όπως το ιδιαίτερα χαρακτηριστικό Οδυσσέας Βάρκας. Οι μεταφράσεις του δεν αφορούσαν μόνο θέματα δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, αλλά επεκτείνονταν και στον λογοτεχνικό χώρο, αφού μετέφρασε πολλά έργα, κυρίως από τα ρωσικά, σε μια εποχή μάλιστα που ήταν εξαιρετικά σπάνιες οι απευθείας μεταφράσεις έργων της ρωσικής λογοτεχνίας στα ελληνικά λόγω της σχεδόν παντελούς έλλειψης ρωσομαθών μεταφραστών. Από αυτές τις μεταφράσεις μερικές εκδόθηκαν μετά το θάνατό του σε αυτοτελή βιβλία. Τις αναφέρω κατά χρονολογική σειρά: Είκοσι τέσσερις ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας, του Στέφαν Τσβάιχ, από τις εκδόσεις Γκοβόστη, χωρίς χρονολογία έκδοσης· Εκλεκτά έργα, του Aντόν Τσέχοφ, με πρόλογο του Μάρκου Αυγέρη, από τη Βιβλιοεκδοτική το 1960, με την ευκαιρία των εκατό χρόνων από τη γέννηση του μεγάλου συγγραφέα· Μύθοι, του Ιβάν Κριλόφ, και Πολτάβα, του Αλέξανδρου Πούσκιν, με δικό μου πρόλογο και επιμέλεια, από τις εκδόσεις Γνώση, σε έναν τόμο μαζί το 1984· Θεωρητικά κείμενα λογοτεχνίας, του Μπελίνσκι, με πρόλογο και επιμέλεια δική μου, από τις εκδόσεις GUTENBERG, το 1988. Από τις άλλες μεταφράσεις του, τις δημοσιευμένες σε διάφορα έντυπα ή αδημοσίευτες, αναφέρω απλώς το Ένας ήρωας της εποχής μας, του Λέρμοντοφ, το Ο κύριος από τον Σαν Φραντσίσκο, του Μπούνιν, το Μαγελάνος, του Στέφαν Τσβάιχ, Τα χιόνια λιώνουν, του Έρεμπουργκ, πολλά διηγήματα του Πούσκιν, του ξεχασμένου σήμερα Μιχαήλ Ζοστσένκο και πολλών άλλων Ρώσων κλασικών και σοβιετικών συγγραφέων.
Εκτός από τα άρθρα του ο Λουκάς Καστανάκης έχει αφήσει πολλές σημειώσεις για διάφορα ζητήματα, μια συλλογή ανεκδότων, μικρά λεξιλόγια τοπικών ιδιωμάτων, όπως π.χ. του ικαριώτικου ιδιώματος, λίγα ποιήματα για την αγαπημένη του γυναίκα Μίλη με την οποία έζησε μαζί τριάντα εννιά χρόνια (η Μίλη πέθανε τη 15η Ιανουαρίου 1959 σε ηλικία εβδομήντα ετών στην Αθήνα, στο σπίτι της, ύστερα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο), καθώς και τα διηγήματα που δημοσιεύονται εδώ, μαζί με τα προαναφερθέντα λίγα ακόμα, που δεν κρίθηκε σκόπιμη η δημοσίευσή τους, όπως και το ημιτελές μυθιστόρημά του Οδύσσεια που μνημονεύτηκε πιο πριν. Είχε ασχοληθεί επίσης με την παιδική λογοτεχνία, είχε γράψει ένα ολόκληρο παιδικό βιβλίο, ανέκδοτο, ενώ προπολεμικά, χωρίς χρονολογία έκδοσης, είχε κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο Δημητράκου μια Αριθμητική σχολείου εργασίας, των Π. Παναγόπουλου και Λ. Καστανάκη.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έγραψε μερικά ποιηματάκια για μένα και αρκετά αινίγματα. Τα τελευταία δημοσιεύονταν ταχτικά στον Ταχυδρόμο και μετά το θάνατό του μια επιλογή από αυτά εκδόθηκε από την εκδοτική εταιρεία Μ. Πεχλιβανίδης & Σία Α.Ε. το 1961, σε τρία βιβλιαράκια με 48 διαφορετικά προβλήματα το κaθένα, που είχαν διαφορετικό τίτλο: Το ξέρεις;, Θα το βρεις; και Πες μου το! Αυτά τα αινίγματα είναι αφιερωμένα σε μένα και εικονογραφημένα από τον Νίκο Καστανάκη, ο οποίος πέθανε την ίδια χρονιά, το καλοκαίρι του 1961. Το 1986 κυκλοφόρησε από τον Ερμή το βιβλίο Με τον Ψυχάρη, με δικό μου πρόλογο και επιμέλεια, που περιλαμβάνει τις αναμνήσεις του Λουκά Καστανάκη από τον μεγάλο δάσκαλο μαζί με άλλα δύο κείμενά του γι’ αυτόν, φωτογραφίες, μια επιστολή του Ψυχάρη κ.λπ. Το κύριο μέρος του βιβλίου γράφτηκε μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 1950 στη Μακρόνησο, όπου ήταν τότε εξόριστος ο συγγραφέας. Και ακριβώς η εξορία τού δίνει το υλικό να γράψει, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του, το αφηγηματικό χρονικό Ο ξερός βράχος, που περιγράφει τη ζωή του εκεί και τις φρικιαστικές συνθήκες που επικρατούσαν. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να εκδώσει αυτό το βιβλίο όσο ζούσε – όπως και τόσα άλλα έργα του – και έτσι τελικά εκδόθηκε από τις εκδόσεις GUTENBERG το 1987, με δικό μου πρόλογο και επιμέλεια και ανέκδοτες φωτογραφίες.
Σε αυτό το σημείο φρονώ πως πρέπει να δώσω μια εξήγηση για τη συστηματική ενασχόλησή μου με το έργο του Λουκά Καστανάκη. Ο παππούς μου Σταύρος Κεχριμπαρίδης, ο πατέρας της μητέρας μου, εργαζόταν ως υπάλληλος στην εταιρεία των αδελφών Αρβανιτίδη στο Μπατούμ του Καυκάσου, όπου γνώρισε τον Λουκά Καστανάκη, που ήταν διευθυντής του και ο οποίος τον συμπάθησε και δέθηκε μαζί του. Έτσι βάφτισε την κόρη του και μητέρα μου, στην οποία έδωσε το όνομα της δικής του μητέρας Ευρυδίκης, που είχε πεθάνει το Φεβρουάριο του 1905. Όταν πολύ αργότερα η μητέρα μου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στα μέσα της δεκαετίας του ’30, την πήρε στο σπίτι του και την είχε σαν κόρη του, αφού ποτέ δεν απόχτησε παιδιά.
Στη συνέχεια έγινε κουμπάρος της τον Αύγουστο του 1945 στο γάμο της με τον πατέρα μου Δημήτρη Καραντώνη, αρχισυντάχτη τότε του Ριζοσπάστη. Μετά τη δολοφονία του πατέρα μου, το Νοέμβριο του 1947, σε ενέδρα της χωροφυλακής έξω από τη Θεσσαλονίκη, και τη σύλληψη και εξορία του Λουκά Καστανάκη, η μητέρα μου με εμένα, που είχα εν τω μεταξύ γεννηθεί το Μάρτιο του 1947, ξαναγύρισε στο σπίτι των Καστανάκηδων για να βοηθήσει τη Μίλη Καστανάκη. Επειδή είχε ήδη αποφασιστεί να με βαφτίσει το ζεύγος Καστανάκη, περιμέναμε πότε ο Λουκάς θα απελευθερωνόταν από την εξορία, πράγμα που τελικά συνέβη τον Αύγουστο του 1951 και έτσι εγώ βαφτίστηκα το Σεπτέμβριο του 1951 από τον Λουκά και τη Μίλη σε μια κλειστή τελετή στον Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη της οδού Σκουφά. Για την ιστορία αναφέρω πως δεν ήθελα να βαφτιστώ και είμαι από τους ελάχιστους ανθρώπους που θυμούνται τα βαφτίσια τους, αφού ήμουν τότε τεσσερισήμισι χρονών! Το ζεύγος Καστανάκη με αγαπούσε πάρα πολύ, υπερβολικά, θα έλεγα, ο Λουκάς, ο οποίος στην αλληλογραφία του με τον αδελφό του Θράσο στο Παρίσι με αποκαλούσε «ο ανιψιός μας», ήθελε μάλιστα να με υιοθετήσει, αλλά ο θάνατος τον πρόλαβε.
Η σύζυγός του τον κληρονόμησε και αυτή με άφησε γενικό κληρονόμο της σε μια κληρονομιά που περιλάμβανε μόνο έπιπλα, κάποια έργα τέχνης, πολλά βιβλία και τα έργα του συζύγου της, τα οποία η μητέρα μου στην αρχή και στη συνέχεια εγώ φροντίσαμε να εκδώσουμε. Έτσι τώρα, με μεγάλη καθυστέρηση είναι αλήθεια, αποφάσισα να ασχοληθώ με την έκδοση των διηγημάτων του, έχοντας τη γενική επιμέλεια και εποπτεία της έκδοσης και γράφοντας τον αναγκαίο πρόλογο.
Στα κείμενα που ακολουθούν έκανα ελάχιστες επεμβάσεις, πέρα από την αυτονόητη προσαρμογή στη σημερινή γραμματική και ορθογραφία και στο μονοτονικό σύστημα. Προσπάθησα – στο μέτρο του δυνατού – να ενοποιήσω τη γραφή τους, αφαίρεσα μερικές δυσανάγνωστες λέξεις και άλλαξα λίγες, προφανώς λανθασμένες.
Τα διηγήματα δημοσιεύονται με τη χρονολογική σειρά της συγγραφής τους, που είναι ταυτόχρονα θεματική: Από τον Καύκασο στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Αθήνα, με εξαίρεση το διήγημα «Η Ίρμα», που είναι γραμμένο στην Ικαρία και διαδραματίζεται σε αυτό το νησί, τόπο εξορίας του συγγραφέα την περίοδο 1948-1949.
Οι επεξηγήσεις που υπάρχουν σε κάποια σημεία οφείλονται είτε στο συγγραφέα είτε σε μένα. Δε θεώρησα σκόπιμο να υποσημειώσω σε ποιον ανήκει η κάθε επεξήγηση, ούτε θέλησα να επεκτείνω τις επεξηγήσεις σε περισσότερα σημεία, διότι θα καταντούσαν κουραστικές και σχολαστικές. Σημειώνω μόνο πως λόγω της ευρείας γλωσσομάθειας του Λουκά Καστανάκη – μιλούσε άπταιστα τρεις ευρωπαϊκές γλώσσες, εκτός από τα ελληνικά, τουρκικά, γαλλικά, ρωσικά και ικανοποιητικά τουλάχιστον άλλες δύο, γερμανικά και αγγλικά – υπάρχουν λέξεις από όλες αυτές τις γλώσσες, μόνο, όμως, όταν είναι αναγκαίο και απαραίτητο για το συγκεκριμένο κείμενο. Είναι αξιοσημείωτο επίσης το γεγονός ότι ο συγγραφέας όχι μόνο δεν αποφεύγει να εκθέσει τις απόψεις του για εθνικά, κοινωνικά και γλωσσικά ζητήματα, αλλά απεναντίας τις αναπτύσσει ανοιχτά, δένοντάς τις αρμονικά με την πλοκή των διηγημάτων του και δίνοντάς μας μια ολοκληρωμένη εικόνα των ανθρώπων και των τόπων που περιγράφει και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εκάστοτε εποχής. Το μόνο σχόλιο που επιθυμώ να κάνω είναι ότι οι απόψεις και οι επισημάνσεις του διατηρούνται καίριες και επίκαιρες στις μέρες μας και δεν έχουν χάσει καθόλου την αξία και τη σημασία τους – δυστυχώς!
Επειδή λόγω της σχέσης μου με το συγγραφέα δεν μου επιτρέπεται να επεκταθώ σε ευνοϊκά σχόλια, θα καταγράψω τις κρίσεις γι’ αυτόν από τρεις μεγάλους, κρίσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας σε βιβλία, τις κρίσεις του Ψυχάρη, του Δημήτρη Φωτιάδη και του Νίκου Καζαντζάκη.
«Λατρεμένε μου λατρεφτή» αποκαλεί τον Λουκά Καστανάκη ο Ψυχάρης σε γράμμα του τη «Δεφτέρα, 30 του Γιούνη 1924», που πρωτοδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Με τον Ψυχάρη. Στο παράρτημα που ακολουθεί το κύριο κείμενο του βιβλίου αναδημοσιεύεται η αρχή του κεφαλαίου «Για τη Γλώσσα», από τον πρόλογο του Ψυχάρη στη Μεγάλη Ρωμαίικη Επιστημονική Γραμματική, Α’ Μέρος, Το βιβλίο του Δάσκαλου, πρώτος τόμος, σελίδες 71-73, Ελευθερουδάκης 1929, τυπωμένο όμως στο Παρίσι, στα τυπογραφεία του Αγώνα. Αρχίζει, λοιπόν, το σχετικό κεφάλαιο ως εξής: «Βγαίνει στο Παρίσι μια ελληνική φημερίδα που ο τίτλος της – Αγών– την αποξενώνει αμέσως. Τη διεφτύνει σήμερις ένας φίλος μου αφοσιωμένος και σε μένα και στην Ιδέα. Χρυσό παλληκάρι. Δραστήριος, καπάτσος. Και που άμα βρίσκει καμιάν αφορμή, με ρεκλαμάρει αμέσως στον Αγώνα – καθαρεβουσιάνικα, εννοείται».
Η δεύτερη κρίση προέρχεται από τον ιστορικό συγγραφέα, λογοτέχνη και εκδότη των Νεοελληνικών Γραμμάτων και των Ελεύθερων Γραμμάτων Δημήτρη Φωτιάδη. Να τι γράφει στο δεύτερο τόμο των Ενθυμημάτων του (Κέδρος 1983), στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Εύδηλος» (σελ. 340):
«...Ο Λουκάς Καστανάκης, με την απέραντη καλοσύνη του, μ’ αγκαλιάζει, φιλιόμαστε.
» – Έλα, έλα, Δημήτρη, στην κάμαρά μου να σε φιλέψω.
» Ανοίγει το παράθυρο. Αντικρίζω να στραφτοκοπά το Αιγαίο...
» Ο Λουκάς είχε μείνει χρόνια στη Ρωσία. Όλες από τα ρωσικά μεταφράσεις που δημοσίεψα στα Ελεύθερα Γράμματα, καθώς και άρθρα για τους μεγάλους Ρώσους κλασικούς είταν δικά του. Με την απέραντη αισιοδοξία του είταν σίγουρος πως η χωροφυλακή θα με κρατούσε στον Εύδηλο».
Και συνεχίζει ο Δημήτρης Φωτιάδης στο κεφάλαιο «Φρανσουά Μωριάκ - Π. Κανελλόπουλος», στις σελίδες 353-355 του ίδιου τόμου, όπου εκθέτει πως η «αθάνατη» παρομοίωση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου για τη Μακρόνησο σαν «πρότυπο Σχολείο για ηθική αναμόρφωση» (!) έγινε ακριβώς ύστερα από τηλεγράφημα του γνωστού συντηρητικού Γάλλου συγγραφέα Φρανσουά Μωριάκ στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο για την τύχη του Λουκά Καστανάκη και του Δημήτρη Φωτιάδη στη Μακρόνησο. Όλα τα σχετικά τα αναδημοσίεψα στον πρόλογό μου στο βιβλίο Ο ξερός βράχος, με την επισήμανση ότι ο Λουκάς Καστανάκης δημοσίευε κυρίως προπολεμικά στα Νεοελληνικά Γράμματα.
Θα τελειώσω με τις κρίσεις του Νίκου Καζαντζάκη για τον Λουκά Καστανάκη, από τον οποίο έμαθε ρωσικά όπως προαναφέρθηκε. Στο βιβλίο Επιστολές προς Γαλάτεια, που περιλαμβάνει 83 γράμματα και καρτ ποστάλ του Νίκου Καζαντζάκη προς την πρώτη σύζυγό του Γαλάτεια, γραμμένες στο διάστημα 1920-1924, με πρόλογο του Γιάννη Γουδέλη και εισαγωγή - σχόλια της Έλλης Αλεξίου (Δίφρος, β’ έκδοση, 1984 και Δίφρος, γ’ έκδοση, 1993), ο Καζαντζάκης μιλά πολλές φορές για τον Λουκά Καστανάκη και τη γυναίκα του Μίλη με αγάπη και εχτίμηση. Είναι αδύνατο φυσικά να μνημονεύσω όλα τα σημεία των επιστολών που αναφέρονται στο ζεύγος Καστανάκη. Η πρώτη αναφορά γίνεται στην επιστολή με αριθμό 30, σταλμένη από το Βερολίνο την 1η Σεπτεμβρίου 1922: «...Έχομε επικοινωνία κυρίως με Ρούσους εδώ και χτες βράδι για πρώτη φορά πήγα και επισκέφτηκα τους Καστανάκηδες. Μένουν στο Zehlendorf, στη γειτονιά μας. Η γυναίκα χαριτωμένη κ’ οι δυο Σε χαιρετούνε θερμότατα...» Η δεύτερη αναφορά είναι στη χωρίς χρονολογία 32η επιστολή όπου διαβάζουμε: «... Προχτές πήγα με τον Καστανάκη στο ρούσικο καμπαρέ. Αχ! έλεγα, να ’σουνα μαζί μας! Ρούσες τραγούδησαν άγρια, παθητικά τραγούδια, άλλες χόρεψαν, ο Καστανάκης τις γνώριζε κ’ ήρθαν και κάθισαν στο τραπέζι μας...» Δεν μπορώ να συνεχίσω την παράθεση των πάμπολλων αναφορών στο ζεύγος Καστανάκη· θα τελειώσω με ένα απόσπασμα από την 54η επιστολή της 11ης Φεβρουαρίου 1923: «... 1) Η Καστανάκη Σου ’γράψε, μα δεν της απάντησες· με ρωτάει στεναχωρημένη. Είναι καλή, μου φαίνονται πολύ πρόθυμοι, πάω δυο φορές τη βδομάδα σπίτι τους και μου κάνει ο Καστανάκης ρούσικα. Γράψε της, αν θες.
»2) Ο Καστ(ανάκης) Σε παρακαλεί: Είναι δυνατόν να μιλήσεις σε καμιά εφημερίδα που να θέλει να της στέλνει ανταπόκρισες; Κυρίως για τα ρούσικα πράματα είναι μοναδικός. Παίρνει βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά από τη Μόσχα και μπορεί τέλεια να μεταδώσει στο ελλην(ικό) κοινό τη ρούσικη κίνηση.
»Κάμε ό,τι μπορείς, γιατί θερμότατα με παρακάλεσε».
Δε θα συνεχίσω με την παράθεση άλλων αποσπασμάτων από τις επιστολές αυτές, ούτε θα εκθέσω τις διακυμάνσεις των σχέσεων του Λουκά Καστανάκη με τον Νίκο Καζαντζάκη, που συνεχίστηκαν στο Παρίσι και στην Αθήνα, αλλά μετά την οριστική αναχώρηση του Καζαντζάκη από την Ελλάδα το 1946 και τη σύλληψη του Λουκά Καστανάκη το 1947, οι μεταξύ τους επαφές διακόπηκαν. Ύστερα από αρκετά χρόνια ο Καστανάκης έγραψε στον Καζαντζάκη και εκείνος του απάντησε· παραθέτω την αρχή του γράμματος με την ιδιότυπη ορθογραφία και τονισμό: «Αντίπολις, 18.8.54 Αγαπητέ μας φίλε, Ύστερα από τόσα και τόσα χρόνια γράμα Σας και χαιρετήσματα από τη Μίλη! 
Μεγάλη χαρά, εδώ, στον Παράδεισο της ξενιτιάς. Ο Θράσος κάθεται απέναντί μας, μιλούμε ταχτικα για Σας, με αγάπη και νοσταλγία. Πόσο στρογγυλά είναι τα χρόνια και κυλούνε! Πότε πέρασαν οι ώρες που ζήσαμε στον Κάφκασο και στο Παρίσι!...» Για λόγους χώρου παραλείπω τα υπόλοιπα, όπως μια καρτ ποστάλ και άλλη μια επιστολή του Καζαντζάκη, καθώς και τα γραφόμενα από την Ελένη, τη δεύτερη σύζυγό του. Απλώς από την καρτ ποστάλ αντιγράφω: 

«Freiburg, 30-12-54 
Αγαπητοί, αλησμόνητοι φίλοι... 
Πάντα Σας έχουμε στο νου μας με βαθειάν αγάπη. Αν μπορώ να Σας είμαι χρήσιμος σε οτιδήποτε, είμαι στους ορισμούς Σας...»
Για τα δύο γράμματα και την καρτ ποστάλ δημοσίευσα μια ανακοίνωσή μου στο έκτο και τελευταίο τεύχος του περιοδικού Σύγχρονοι Καιροί, Ιούλιος-Αύγουστος 1983, σελ. 268, με τίτλο «Τρία ανέκδοτα γράμματα του Νίκου Καζαντζάκη στο Λουκά Καστανάκη» και τα αναδημοσίεψα μαζί με τα γραφόμενα της Ελένης Καζαντζάκη και πολλά αποσπάσματα από τις Επιστολές προς Γαλάτεια, στο τεύχος 12-13 του περιοδικού Περιπλανητής, Άνοιξη - καλοκαίρι 1998, σε ένα άρθρο μου που τιτλοφορείται «Νίκος Καζαντζάκης - Λουκάς Καστανάκης», σε αφιέρωμα του περιοδικού για τον Καζαντζάκη, προσθέτοντας και τις αφιερώσεις σε φωτογραφίες του Καζαντζάκη στο ζεύγος Καστανάκη.
Στο ίδιο άρθρο παραθέτω και αποσπάσματα από τις δεκαεφτά ανέκδοτες επιστολές του Νίκου Καζαντζάκη προς τον Θράσο Καστανάκη, από τις εξήντα εφτά συνολικά που υπάρχουν και που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Το δέντρο, τ. 25-26, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1986, με παρουσίαση, σχολιασμό και σημειώσεις της Άλκηστης Σουλογιάννη. Ανάμεσά τους υπάρχει το συλλυπητήριο γράμμα που έστειλε ο Καζαντζάκης στον Θράσο Καστανάκη:

                     Αγαπητέ Θράσο,                                                          «3-8-1956
Ξέρω πόσο μάταιες είναι οι παρηγοριές και πως το μόνο αληθινό μνημόσυνο είναι να θυμάσαι με αγάπη τον άνθρωπο που έφυγε λίγο πρωτύτερα από μας. Αφτο κάνω, κι όλες οι ώρες που πέρασα με τον Λουκα στον Κάφκασο και στην Αθήνα ξαναζούν και ξαναπερνούν από το νου μου. Άλη παρηγοριά, θαρρώ, δεν υπάρχει. 
Ο Θεός μαζί Σου πάντα.
Ν. Καζαντζάκης».

Ας είναι αυτά τα λόγια του Καζαντζάκη το ακροτελεύτιο μέρος του προλόγου μου και ας ζήσουμε και εμείς νοερά στην Κωνσταντινούπολη, στον Καύκασο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Αθήνα, σε περασμένες εποχές, με αυτά τα διηγήματα.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ

Αθήνα, Ιούλιος 2013

_______________
* Το εισαγωγικό κείμενο του Γιώργου Καραντώνη είναι ο πρόλογος στο βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο "Παιδιά καλών Οικογενειών" του Λουκά Καστανάκη θα δημοσιευθεί στην εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα" στο φύλλο Μάρτιος 2014 αρ. φ. 253.

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Το νέο μυθιστόρημα του ΚΑΛΕΝΤ ΧΟΣΕΪΝΙ με τίτλο "ΚΑΙ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΜΙΛΗΣΑΝ"

      Ξένη λογοτεχνία      

Σ’ ένα χωριό στο Αφγανιστάν, δύο αδέλφια μεγαλώνουν χωρίς τη μητέρα τους και βρίσκουν αποκούμπι ο ένας στον άλλον. Για την τρίχρονη Παρί, ο Αμπντουλάχ είναι περισσότερο σαν μητέρα παρά ο μεγαλύτερος αδελφός της. Για τον δεκάχρονο Αμπντουλάχ, η Παρί είναι όλη του η ζωή. Όταν ο πατέρας τους παίρνει την απόφαση να πουλήσει την Παρί στους πλούσιους Βαχντάτι που μένουν στην Καμπούλ, τα αδέλφια χωρίζουν. 
Καθώς τα χρόνια περνούν, η Παρί ξεχνά το παρελθόν της και κάποια στιγμή μετακομίζει στο Παρίσι μαζί με τη θετή μητέρα της. Ο Αμπντουλάχ παραμένει στο Αφγανιστάν και παλεύει καθημερινά για να επιβιώσει, χωρίς ποτέ να καταφέρει να γιατρέψει την πληγή του αποχωρισμού από την αδελφή του. Οι δρόμοι τους θα διασταυρωθούν και πάλι αλλά θα είναι πια πολύ αργά για να καλύψουν τον χαμένο χρόνο. 
Από την Καμπούλ στο Παρίσι και από το Σαν Φρανσίσκο στην Τήνο, ξετυλίγεται η συγκινητική και αξέχαστη ιστορία μιας οικογένειας, τα μέλη της οποίας αγαπούν, μισούν, προδίδουν, τιμούν και θυσιάζονται. Ένα μυθιστόρημα που μιλάει για το πώς νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον και πώς οι επιλογές που κάνουμε επηρεάζουν τις επόμενες γενιές.

~~~~~~~~~~~~~~~

Ο ΚΑΛΕΝΤ ΧΟΣΕΪΝΙ γεννήθηκε το 1965 στην Καμπούλ του Αφγανιστάν. Η οικογένειά του πήρε πολιτικό άσυλο στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1980. Το 2007 ίδρυσε το Ίδρυμα Khaled Hosseini, που παρέχει ανθρωπιστική βοήθεια στον πληθυσμό του Αφγανιστάν. Σήμερα ζει στην Καλιφόρνια με τη σύζυγο και τα δύο παιδιά του, όπου εργάζεται ως γιατρός. Τα βιβλία του ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΛΗ και ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΧΡΥΣΩΝ ΗΛΙΩΝ, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, γοήτευσαν κριτικούς λογοτεχνίας και αναγνώστες σε όλο τον κόσμο, έχοντας πουλήσει περισσότερα από 38 εκατομμύρια αντίτυπα σε παραπάνω από 70 χώρες. Το πρώτο παρέμεινε για δύο χρόνια στην κορυφή της λίστας bestsellers των New York Times, γυρίστηκε κινηματογραφική ταινία και τιμήθηκε με το Βραβείο Penguin/Orange Broadband Readers’ Group Prize, ενώ το δεύτερο απέσπασε το Βραβείο Richard & Judy Best Read of the Year. Το μυθιστόρημα ΚΑΙ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΜΙΛΗΣΑΝ αποτέλεσε το εκδοτικό γεγονός του 2013: έχει πουλήσει μέχρι τώρα 9 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και έχει μεταφραστεί σε 49 γλώσσες.

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Αλαίν Μπαντιού ή η αναγέννηση της Ιστορίας

Πολιτισμός


Ο Μπαντιού είναι πιθανόν ο τελευταίος μεγάλος γάλλος φιλόσοφος της γενιάς των ’60.
2-douzinas.jpg



Τον Ιανουάριο του 2013, στη διάρκεια του συνεδρίου «Το Ελληνικό Σύμπτωμα» στο Παρίσι, βρέθηκα στο ίδιο πάνελ με τον Αλαίν Μπαντιού. Παρουσίασα τη γνωστή μου άποψη ότι, σ’ όλο τον κόσμο, έχουμε μπει σε μια νέα «εποχή αντίστασης» με τρεις κοινές μορφές: εξεγέρσεις (χρησιμοποίησα το παράδειγμα του Δεκέμβρη), μαρτύριο/μαρτυρία και έξοδος (Υπατία) και αμεσοδημοκρατικές καταλήψεις (Αγανακτισμένοι). Aκούγοντας την απάντηση του Μπαντιού, η έκπληξη μου ήταν τέτοια, που νόμιζα ότι δεν κατάλαβα καλά. Την αντιγράφω από το άρθρο του «Ή σημερινή μας αδυναμία»: «Θαυμάζω βεβαίως την ευγλωττία του φίλου και συντρόφου μου Κώστα Δουζίνα, που στήριξε τη δεδηλωμένη αισιοδοξία του με ακριβείς αναφορές σε όσα θεωρεί καινούργια πολιτικά στοιχεία της λαϊκής αντίστασης στην Ελλάδα, όπου διέκρινε επίσης την εμφάνιση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου. Αλλά δεν πείστηκα […] Τα ίδια είδαμε […] τον Μάη του ’68 στη Γαλλία. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά υπήρχαν και στις εποχές του Σπάρτακου ή του Τόμας Μίντσερ».[1]

Ο Μπαντιού είναι πιθανόν ο τελευταίος μεγάλος γάλλος φιλόσοφος της γενιάς των ’60. Η θεωρία του συμβάντος, η μαθηματική οντολογία, η κριτική του ηθικισμού και του νομικισμού και το λογοτεχνικό του έργο αποτελούν άξια συνέχεια του Φουκώ, του Λακάν, του Σαρτρ. Θεωρώ όμως τις πρόσφατες πολιτικές παρεμβάσεις του και την πεποίθηση περί «ανικανότητας» της Αριστεράς προβληματικές. Ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, ο Μπαντιού απέρριπτε τις πολιτικές των ταυτοτήτων, τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης, έβρισκε ιδιαίτερα προβληματικές τις εξεγέρσεις των νέων. Αποκαλούσε το πλήθος «ονειρική παραίσθηση», που διεκδικεί το δικαίωμα «των αργόσχολων του πλανήτη μας […] να απολαμβάνουν χωρίς να κάνουν τίποτα, φροντίζοντας επιμελώς να αποφεύγει κάθε μορφή πειθαρχίας, ενώ γνωρίζουμε καλά ότι η πειθαρχία, σε όλα τα πεδία, είναι το κλειδί για την αλήθεια». Απέρριπτε την κατηγορία του «κινήματος», γιατί «είναι συνδεδεμένο με τη λογική του κράτους»· η πολιτική, υποστήριζε, πρέπει να κατασκευάσει «νέες μορφές πειθαρχίας που θα αντικαταστήσουν την πειθαρχία των πολιτικών κομμάτων».[2]


Η Αναγέννηση της Ιστορίας, βιβλίο του Μπαντιού που εκδόθηκε το 2012, συνεχίζει την πολιτική ανάλυση, ταξινομώντας τις πρόσφατες αντιστάσεις σε «άμεσες» ταραχές και «ιστορικές» εξεγέρσεις. Οι «ταραχές» (Παρίσι 2005, Αθήνα 2008, Λονδίνο 2011) χαρακτηρίζονται, όχι πολύ διαφορετικά από τα κατεστημένα ΜΜΕ, ως μη πολιτικές, «μηδενιστικές», βίαιες. Αντίθετα, βρίσκω ενδιαφέρουσα την ανάλυση για τις «ιστορικές» εξεγέρσεις, την οποία και χρησιμοποίησα στο βιβλίο μου Philosophy and Resistance in the Crisis (2013). Κατά τον Μπαντιού, η εξέγερση της Ταχρίρ χαρακτηρίστηκε από διάρκεια, επιμονή, συνοχή και ανεξαρτησία από πολιτικά κόμματα. Κατέλαβε έναν κεντρικό χώρο και πέρασε από την «κακοφωνία» της άμεσης εξέγερσης στο κεντρικό σύνθημα «Να φύγει ο Μουμπάρακ», το οποίο συνένωσε τις λαϊκές δυνάμεις. Οι καταληψίες δημιούργησαν μια «λαϊκή δικτατορία». Είχαν με το μέρος τους την εξουσία της αλήθειας και επέβαλαν τις αποφάσεις τους, ακολουθώντας την νέα μορφή πειθαρχίας που υποστηρίζει ο Μπαντιού.

Η πρόγνωση, ωστόσο, για το μέλλον της εποχής των αντιστάσεων εντάσσεται σ’ αυτό που ο Μπένγιαμιν ονόμασε «αριστερή μελαγχολία». Χαρακτηρίζει τον επαναστάτη που είναι προσκολλημένος στην παλιά του θεωρία και ιδεώδες –ακόμη και στην αποτυχία του ιδεώδους αυτού–, παραγνωρίζοντας τη δυνατότητα να παρέμβει στην τρέχουσα πολιτική πρακτική, για να αλλάξει τον κόσμο. Είναι μετεξέλιξη της αριστερής πίστης στην ιστορική νομοτέλεια και δυναμώνει όσο οι προβλέψεις της αποτυχαίνουν. Για να αποφύγουν λοιπόν την ήττα ή την αφομοίωση οι εξεγερμένοι πρέπει, κατά τον Μπαντιού, να εμπνέονται από την ιδέα του για τον κομμουνισμό. Η απουσία της, που επιδεινώνεται από την έλλειψη σφικτής πολιτικής οργάνωσης, σημαίνει ότι οι εξεγέρσεις δεν μπορούν να ωριμάσουν και να εξελιχθούν σε χειραφετητική πολιτική. Η πολιτική οργάνωση που φαντασιώνεται ο Μπαντιού είναι μικρή, χαρακτηρίζεται από υψηλή πειθαρχία και, χωρίς να είναι προσκολλημένη σε μια κοινωνική τάξη, ενεργεί απέναντι στον λαό με ηγετικό και δεσποτικό τρόπο. Αυτό είναι το είδος της οργάνωσης που απέρριψαν κατηγορηματικά τα πρόσφατα κινήματα αντίστασης, με την άμεση δημοκρατία και τις οριζόντιες δικτυώσεις τους. Δυστυχώς, για τον Μπαντιού, η «αναγέννηση της Ιστορίας» αποδείχτηκε θνησιγενής.

Η τυποποίηση των αντιστάσεων κάνει τον Μπαντιού να υποτιμά τις επιτυχίες και να υπερτιμά τις ήττες. Η απέχθειά του για το κράτος τον οδηγεί να απορρίπτει τα αριστερά κόμματα. Η αδιαφορία του για την οικονομία τον κάνει να αγνοεί τη συμβολή της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης στην παγκόσμια έκρηξη. Αλλά η κρίση του καπιταλισμού οδήγησε στα Μνημόνια, τα οποία τα επέβαλαν το κράτος και η Ε.Ε. Δεν μπορεί η Αριστερά να εγκαταλείψει το πεδίο αυτό. Όπως λέει ο Ζίζεκ, «αν δεν ξέρεις ακριβώς με τι θέλεις να αντικαταστήσεις το κράτος, δεν έχεις το δικαίωμα να “αποσυρθείς” από αυτό».[3] Μ’ αυτές λοιπόν τις «ελλείψεις», η «ιστορική» εξέγερση στην Αίγυπτο απέτυχε, ενώ η Ευρώπη βρίσκεται ακόμα – και ίσως για πάντα– στην εποχή των «ταραχών».

Ο Μπαντιού ελπίζει ότι θα γεννηθεί στο μέλλον μια πολιτική οργάνωση που θα εκπροσωπεί την κομμουνιστική ιδέα για να ανταποκριθεί στην ιστορική πρόκληση. Μπαίνει λοιπόν κι αυτός στη σειρά των αριστερών «προφητών» που υπόσχονται κατά καιρούς την επανίδρυση της «σωστής» κομμουνιστικής οργάνωσης και καταγγέλλουν όποιους αποπλανούνται από τις απομιμήσεις της. Η ριζοσπαστική αλλαγή παραπέμπεται στις εσχατολογικές καλένδες. Επίσης, θεωρεί σωστά ότι η ανάδυση μιας στρατευμένης υποκειμενικότητας είναι κεντρικής σημασίας για το ριζοσπαστικό εγχείρημα. Αλλά μόνο οι λίγοι στρατευμένοι που ασπάζονται την «ιδέα του κομμουνισμού» μπορούν να αλλάξουν την πορεία της Ιστορίας. Ωστόσο, η κατασκευή πολιτικού υποκειμένου δεν αφορά μόνο τους στρατευμένους κομμουνιστές. Η παραγωγή υποκειμένων αρχίζει με την απαγκίστρωση των ανθρώπων από την οικονομία της απόλαυσης και της κατανάλωσης, τη σταδιακή είσοδό τους στην ηθική της ανυπακοής και την πολιτική της αντίστασης. Αυτό συνέβη στο Κάιρο, την Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη και το Ρίο ντε Τζανέιρο. Οι εξεγερμένοι περιγράφουν την εμπειρία τους στις πλατείες ως «πολιτικό βάπτισμα» που άλλαξε τη ζωή τους. Στην Ελλάδα η μεταμόρφωση του πλήθους των πλατειών σε λαό που υποστηρίζει την Αριστερά έχει δημιουργήσει τις συνθήκες ριζικής αλλαγής.

Οι πλατείες επιβεβαίωσαν την άποψη του Μπαντιού ότι η πολιτική είναι ένα είδος σκέψης που δημιουργεί τη δική της αλήθεια· απέρριψαν όμως την εκδοχή του για την αλήθεια που είχε δημιουργηθεί σε απόσταση από την πολιτική της αντίστασης και κινητοποιεί μόνο λίγους. Χρησιμοποιώντας την ορολογία του, θα λέγαμε ότι η «αλήθεια» της επερχομένης ριζοσπαστικής αλλαγής οφείλεται στην πίστη των εξεγερμένων στο «συμβάν» της αντίστασης, στη «Στάση Σύνταγμα», όπως την ονομάσαμε. Μ’ αυτή την έννοια, οι αντιστάσεις βρέθηκαν πολύ μπροστά από τη θεωρία. Η κουκουβάγια της Αθηνάς του Χέγκελ θα πετάξει το σούρουπο, όταν η φιλοσοφία αναγνωρίσει ότι η πράξη την ξεπέρασε και ακουμπήσει ξανά πάνω της.

Το έργο του Μπαντιού μας επιτρέπει να καταλάβουμε την έλευση της εποχής της αντίστασης. Εντούτοις, η προσπάθειά του να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένες περιπτώσεις αντίστασης ως παράδειγμα της θεωρίας αποδεικνύεται προβληματική. Ό,τι δεν μπορεί να τοποθετηθεί στο θεωρητικό οικοδόμημα απορρίπτεται. Εντάσσεται έτσι σε μια γνωστή παράδοση της ακαδημαϊκής Αριστεράς, η οποία διορθώνει το κίνημα αφήνοντας ανέπαφη τη θεωρία. Παραφράζοντας τον Μπρεχτ, θα λέγαμε ότι αν το κίνημα δεν ενεργεί σύμφωνα με τη θεωρία, πρέπει να εκλέξουμε νέο κίνημα. Αν η αλήθεια της πολιτικής αναδύεται στην πολιτική δράση, όπως σωστά λέει ο Μπαντιού, η φιλοσοφία πρέπει να πάρει αυτή την «αλήθεια» και να την κάνει οικουμενική. Εδώ λοιπόν βρίσκεται η ευθύνη της θεωρίας: αναλύοντας τις πρόσφατες αντιστάσεις, με τις αποτυχίες και επιτυχίες τους, πρέπει να βελτιώσουμε τόσο τη ριζοσπαστική φιλοσοφία όσο και τη δράση.

Η –συχνά κοινότυπη– συζήτηση των οικονομολόγων έχει σημασία, η ευθύνη των φιλοσόφων όμως είναι εξίσου κρίσιμη. Πρέπει να ψηλαφήσουν το όραμα του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ένα όραμα χωρίς προηγούμενα ή μοντέλα. Σ’ αυτό το εγχείρημα, η ελληνική Αριστερά κατέχει κεντρικό ρόλο. Όπως πλησιάζουμε την ιστορική καμπή αριστερής διεξόδου στην κρίση, ας ξεχάσουμε τη μελαγχολία του συντρόφου και φίλου Μπαντιού και ας κρατήσουμε την ελπίδα, και την ευθύνη που την ακολουθεί, ότι στην Ελλάδα θα ξεκινήσει η αναγέννηση της Ιστορίας.

Φωτογραφία του Robert Carrithers από το «Έρωτας και σεξ. Μια σειρά φωτογραφιών αφιερωμένων στο βιβλίο του Αλαίν Μπαντιού “Eγκώμιο για τον έρωτα”», 2012

[1] Alain Badiou, «Our Contemporary Impotence», Radical Philosophy, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2013, τχ. 131 (στα ελληνικά σε μετάφραση Αριάδνης Αλαβάνου, στο aristeroblog.gr/node/1997).

[2] Alain Badiou, «Beyond Formalisation» [συνέντευξη, 2.7.2002], στο Bruno Bosteels, Badiou and Politics, Duke University Press 2011, σ. 336, 337.

[3] Slavoj Žižek, The Year of Dreaming Dangerously, Verso 2013, σ. 130.

-----------------------

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ROBERT CARRITHERS ΑΠΟ ΤΟ «ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΣΕΞ. ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΛΑΙΝ ΜΠΑΝΤΙΟΥ “EΓΚΩΜΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ”», 2012

*από το: http://left.gr/news/alain-mpantioy-i-i-anagennisi-tis-istorias#sthash.SDglF0Uc.dpuf