«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Η Φωτό Μου
επιμέλεια σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής


Καλή ανά-γνωση

...για την γραφή, το ύφος και τη γλώσσα...σελίδες του περιοδικού "ύφος"....

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Σωτήρης Δημητρίου: Αλληλεγγύη και άμεση δημοκρατία, η απάντηση στην κατάρρευση


 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 26/02/2012 - εφη, Η ΑΥΓΗ*
    «Ενεργός πολίτης» με όλη τη σημασία της λέξης εδώ και πολλά χρόνια ο Σωτήρης Δημητρίου, από την πλευρά της αριστεράς πάντα, ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια στην περίοδο της Κατοχής, όταν ήταν φοιτητής στο Πολυτεχνείο, ή αργότερα, όταν γνώρισε την αποικιοκρατία στην Αφρική, όπου έζησε για μεγάλο διάστημα. Η συστηματική ενασχόλησή του με την ανθρωπολογία έδωσε τους πρώτους καρπούς στα 1964, με την έκδοση του βιβλίου «Προϊστορικοί πολιτισμοί και εξέλιξη». Ακολούθησαν μέσα στα χρόνια πάνω από δέκα τόμοι ανθρωπολογικής και σημειολογικής ανάλυσης, ενώ μέσα στη χούντα συμμετέχει στην ίδρυση του περιοδικού «Σύγχρονος κινηματογράφος», σαν μια πράξη αντίστασης, και προσθέτει την ανάλυση του κινηματογράφου στο πεδίο έρευνάς του. Ο Σωτήρης Δημητρίου είναι σήμερα ένας από τους ελάχιστους «οργανικούς διανοούμενους» της αριστεράς. Μιλήσαμε μαζί του με αφορμή την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου «Ο κινηματογράφος σήμερα - Ανθρωπολογικές, πολιτικές και σημειωτικές διαστάσεις» (εκδ. Σαββάλας) που πλουτίζει ουσιαστικά τη θεμελίωση και την ανάλυση του κινηματογραφικού φαινομένου, με το πολιτικό πρόσημο να έχει ουσιαστικό νόημα...

    ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ

    Κύριε Δημητρίου, πώς παράλληλα με την ανθρωπολογία ενδιαφερθήκατε και για τον κινηματογράφο;
    Στην αρχή της δεκαετίας του ‘60 γνωρίστηκα με φίλους του «κοινωνικού κινηματογράφου», που ήταν ίσως το πιο πρωτοπόρο ρεύμα της έντονης τότε κοινωνικής ζωής, τους Δ. Θέο, Β. Ραφαηλίδη, Κ. Σφήκα, Μ. Γρηγορίου και άλλους. Το γεγονός αυτό, καθώς και η ενεργός ανάμιξή μου στη συνέχεια με την εταιρεία του «Σύγχρονου Κινηματογράφου» με έκανε να στραφώ στη μελέτη του και να τον εξετάσω με βάση την ανθρωπολογική προσέγγιση. Αποτέλεσμα αυτής της απασχόλησης ήταν το βιβλίο «Μύθος, κινηματογράφος, σημειολογία, κρίση της αισθητικής» που κυκλοφόρησε στα 1973...

    Ποια είναι τα γενεσιουργά στοιχεία για το τελευταίο σας βιβλίο;
    Στο προηγούμενο βιβλίο μου Η πολιτική διάσταση της τέχνης, επιδίωξα, με βάση την ανθρωπολογική προσέγγιση και τη θεωρία της πρακτικής, να διερευνήσω τις σχέσεις της τέχνης με τις δομές της εξουσίας σε διάφορους κοινωνικο-πολιτικούς σχηματισμούς και, ιδιαίτερα, στο δικό μας. Δεν επεκτάθηκα όμως στον κινηματογράφο, στον οποίο οι σχέσεις αυτές είναι πολύ πιο στενές. Με το τελευταίο βιβλίο Ο κινηματογράφος σήμερα, προσπάθησα να καλύψω αυτό το κενό. Ένας ακό- μα λόγος ήταν ότι οι διάφορες μελέτες και ερμηνείες για τον κινηματογράφο περιορίζονται στις ταινίες του επικρατούντος εμπορικού κυκλώματος και αποσιωπούν τις άλλες δυνατότητές του. Για τον σκοπό αυτόν χρησιμοποίησα τρεις προσεγγίσεις. Πρώτο, την ανθρωπολογική με την οποία διερευνούνται η κινηματογραφία ως κοινωνικό φαινόμενο, με τις εσωτερικές και τις εξωτερικές αντιθέσεις της, οι ταινίες της ως τεκμήρια χρήσιμα για την ανάλυση της κουλτούρας που τις παρήγαγε, η διαδικασία της πρόσληψης από τον θεατή και τον τρόπο με τον οποίο τον επηρεάζει, ο κινηματογράφος ως εργαλείο για την ανθρωπολογική έρευνα και ο ρόλος του στην προσέγγιση του Άλλου. Δεύτερο, την πολιτική προσέγγιση με την οποία διερευνούνται οι σχέσεις του με τις δομές της εξουσίας αλλά και οι δυνατότητές του για τη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού. Τρίτο, τη σημειωτική προσέγγιση, ως μέθοδο ανάλυσης που, παρά την απόκλισή της προς τον μεταμοντερνισμό, μπορεί, κάτω από μιαν άλλη οπτική, να συμβάλει στην ανθρωπολογική προσέγγιση.

    Ποια είναι η θεωρητική διαδρομή του κινηματογράφου στην Ελλάδα;
    Θα έλεγα πρόχειρα ότι είναι αναιμική και «εισαγόμενη»... Η ανάπτυξη του κινηματογράφου στη χώρα μας καθυστέρησε σημαντικά. Χρειάστηκε να περάσουν 50 χρόνια από την εφεύρεσή του και να φτάσουμε στο 1945 για να εκτοπίσει τα παραδοσιακά είδη λαϊκού θεάματος (θέατρο σκιών, λαϊκά δρώμενα, επιθεώρηση κ.ά.), πράγμα που στη Δύση είχε παραγματοποιηθεί από το 1910. Όταν το πέτυ- χε αυτό, χάρη κυρίως στην εσωτερική μετανάστευση - όπου τα αγροτικά στρώματα της μετεμφυλιακής Ελλάδας που συνέρρεαν στις πόλεις αναζητούσαν υποκατάστατο της παραδοσιακής ψυχαγωγίας- και χάρη στον αποπολιτισμό και την επιβολή των ξένων ταινιών, μαζί με τη Δυτική κουλτούρα, δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το επίπεδο της βιοτεχνίας. Ούτε κατάφερε να χειραφετηθεί εντελώς από το παραδοσιακό λαϊκό θέαμα. Στη δραματοποίηση οι ήρωες του λεγόμενου εμπορικού ή παλαιού ελληνικού κινηματογράφου ήταν σε μεγάλο βαθμό καρικατούρες χαρα- κτήρων που θύμιζαν τον Καραγκιό- ζη και στη σκηνογραφία τα πλάνα έμοιαζαν με φιλμαρισμένη επιθεώ- ρηση -παρά τις ιδιομορφίες των ταινιών μελό και φουστανέλας. Συνε- πώς, δεν είναι περίεργο ότι υπήρξε ανάλογη καθυστέρηση και του θεω- ρητικού λόγου για τον κινηματογρά φο. Το πρώτο θεωρητικό βιβλίο, «Ο κινηματογράφος και η αισθητική του» του Σόλωνα Μακρή, εκδόθηκε μόλις το 1951. Ένας άλλος, επίσης σημαντικός λόγος, ήταν και η περι- φρονητική στάση της επίσημης διανόησης (π.χ. του Σεφέρη) η οποία, προσανατολισμένη στην αρχαιολατρία και στην ιδεολογία της ιστορικής συνέχειας, υποβάθμιζε τον κινηματογράφο και τον κατέτασσε στην τάξη του λαϊκού θεάματος, έξω από τη σφαίρα της τέχνης. Θεωρητικός λόγος για τον κινηματογράφο εμφανίζεται στην Ελλάδα το 1965, σε σύνδεση με τη διαμόρφωση του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου (ΝΕΚ). Υπήρξε πράγματι «αναιμικός και εισαγόμενος», με έντονη επιρροή από τα ξένα ρεύματα, ιδιαίτερα, από τη νουβέλ βαγκ.
    Και γιατί, θα ρωτούσε κάποιος, είναι αναγκαία μια θεωρητική προσέγγιση του κινηματογράφου;
    Ένας σοβαρός λόγος για την αναγκαιότητα μιας θεωρητικής προσέγγισης του κινηματογράφου είναι το γεγονός ότι πρόκειται για το κυρίαρχο πολιτισμικό φαινόμενο του 20ού αιώνα. Διαδόθηκε σε όλο τον πλανήτη, εκτόπισε πολλές άλλες πολιτισμικές μορφές, όπως το θέατρο, το τσίρκο κ.ά., και εξαπλώθηκε σε νέους τομείς με τα θυγατρικά του είδη, την τηλεόραση και το βίντεο. Άλλος λόγος είναι η μεγάλη ανάπτυξη της πολιτικής του διάστασης. Αρκεί να σημειωθεί ότι: α) είναι η μοναδική τέχνηψυχαγωγία που υφίσταται συστηματικά το βάρος της λογοκρισίας και β) αποτελεί πρωταρχικό μέσο επέκτασης του αμερικανικού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού. Υπάρχει και ένας τρίτος, εξίσου σοβαρός λόγος. Το γεγονός ότι οι νεότεροι μεγάλοι θεωρητικοί του -Αντρέ Μπαζέν, Κριστιάν Μετς, Ντ. Μπόρντγουελ- ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τον αφηγηματικό κινηματογράφο (ή και με την κατηγορία του θαυμαστού), αγνοώντας την αβάν γκαρντ, το ντοκιμαντέρ, τις εθνογραφικές ταινίες και τις άλλες δυνατότητές του. Με άλλα λόγια, απασχολήθηκαν μόνο με τον εμπορικό κινηματογράφο, που είναι κατεξοχήν αφηγηματικός, ταυτίζοντάς τον με την τέχνη, υπονοώντας ότι δεν έχει άλλες δυνατότητες και δικαιώνοντας με τον τρόπο αυτόν τη μορφή που απέκτησε το φιλμικό θέαμα στην εξάρτησή του από τις σχέσεις εξουσίας του βιομηχανικού πολιτισμού. Συνεπώς, για να αποκτήσουμε μια ευρύτερη και διαχρονική θεώρηση του, μέσα στην πορεία του κοινωνικο-πολιτισμικού συστήματος, πρέπει να τον εξετάσουμε κριτικά, σε συνάρτηση με το γενικότερο πλαίσιο της κουλτούρας που τον παρήγαγε.
    Ήσασταν πρόεδρος της εταιρείας παραγωγής Σύγχρονος Κινηματογράφος στα χρόνια της χούντας, και του ομώνυμου ιστορικού περιοδικού, που αποτέλεσαν τη «μήτρα» απ` όπου γεννήθηκε ένα μεγάλο μέρος του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου... Αξίζει πιστεύω να μας μιλήσετε για εκείνα τα χρόνια...
    Έχετε δίκιο ότι αξίζει να εξεταστεί το θέμα της εταιρείας και του περιοδικού Σύγχρονος Κινηματογράφος... Θα περιοριστώ σε δύο κύρια σημεία. Πρώτο, η εταιρεία «Σύγχρονος Κινηματογράφος» υπήρξε αποτέλεσμα μιας από τις πολλές προσπάθειες που έγιναν για τη συντονισμένη αντίδραση του καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου στο νεκροταφείο της κοινωνικής ζωής που είχε επιβάλει η χούντα. Συνένωσε πολλούς από τους νέους τότε δημιουργούς του «κοινωνικού κινηματογράφου» της περιόδου 1963-73, που εσίγασαν εξαιτίας της δικτατορίας και που συνέβαλαν στη δημιουργία του ΝΕΚ κατά τη μεταπολίτευση. Το πρόβλημά της ξεκινά από το λάθος να ζητήσει χορηγία από το ίδρυμα Φορντ και να μετατραπεί σε εταιρεία παραγωγής ταινιών. Το αποτέλεσμα ήταν να αλλοιωθεί ο αντιστασιακός προσανατολισμός των μελών της εταιρείας, εξαιτίας της δυνατότητας που τους δινόταν να γυρίσουν δική τους ταινία με ξένα χρήματα και, ταυτόχρονα, εξαιτίας της ασυνείδητης αυτολογοκρισίας προς τον ξένο χορηγό. Δεύτερο, όσον αφορά το περιοδικό. Αυτό προϋπήρχε πριν τη συμφωνία με το ίδρυμα Φορντ και αποτέλεσε τη βάση της. Η ίδρυση της εταιρείας «Σύγχρονος Κινηματογράφος» έγινε μαζί και σε εξάρτηση με τη συμφωνία αυτή. Εκδότης και ψυχή του περιοδικού ήταν ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο οποίος διατήρησε την ευθύνη και τη διεύθυνσή του και μετά την ίδρυση της εταιρείας, της οποίας έγινε γραμματέας. Συνεπώς, το περιοδικό διατηρούσε σχετική αυτονομία και το διοικητικό συμβούλιο το αντιμετώπιζε ως ελεύθερο στίβο ιδεών, κάτι που εθεωρείτο μεγάλη κατάκτηση στις συνθήκες εκείνης της εποχής. Έτσι, μέσα από το περιοδικό πέρασε το ρεύμα της αβάν γκαρντ, που κυριαρχούσε τότε στην Ευρώπη και στο οποίο παγιδεύτηκε και η αριστερά, επειδή η αβάν γκαρντ ήταν σε αντίθεση με τον χολιγουντιανό κινηματογράφο.
    Έχετε διανύσει μια μεγάλη διαδρομή μέσα στον χρόνο, από την πλευρά της αριστεράς, από την περίοδο της Κατοχής, τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, τη χούντα των συνταγματαρχών... Τι διαφοροποιεί το ιστορικό παρελθόν από το διαλυτικό «τώρα», την Ελλάδα των απανωτών μνημονίων, την κοινωνία που κομματιάζεται και εξαθλιώνεται;
    Η σημερινή εποχή, που είναι εποχή παγκόσμιας ύφεσης, έχει κοινό με τα χρόνια της Κατοχής ότι είναι περίοδοι κοινωνικο-πολιτικής κρίσης. Υπάρχουν όμως ορισμένες διαφορές, αντικειμενικές και υποκειμενικές. Οι αντικειμενικές συνίστανται στο ότι η περίοδος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και της Κατοχής ήταν σε συνάρτηση με μια μεγάλη αλλά περιοδική κρίση του βιομηχανικού συστήματος, ενώ η σημερινή συνιστά την ύστερη και χρονία κρίση του συστήματος, η οποία οδηγεί στην αποδόμησή του.
    Είστε βέβαιος ότι οδεύουμε στην κατάρρευση του σημερινού συστήματος;
    Εδώ και χρόνια υπάρχουν μελέτες και διαδικασίες που αποσιωπούνται για ευνόητους λόγους. Το 1971 παρατηρήθηκαν ανησυχητικές αποκλίσεις των νόμων της κλασικής οικονομίας και ανατέθηκε σε ειδικούς η εξέταση του προβλήματος. Η μελέτη διεξήχθηκε το 1972 από 15 ειδικούς του Μ.Ι.Τ. με επικεφαλής τους D. H. & D. L. Meadows. Δεν ήταν στενά οικονομική μελέτη, όπως συνηθίζεται, αλλά συστημική ανάλυση με βάση το σύνολο των κοινωνικών στοιχείων πολλών χωρών. Οι ερευνητές θορυβήθηκαν από το αποτέλεσμα, που έδειχνε ότι το βιομηχανικό μοντέλο οδεύει προς κατάρρευση, και το έστειλαν στους G7 μαζί με συστάσεις να λάβουν μέτρα. Οι G7 το αγνόησαν, αλλά το 1973, οπότε ξέσπασε η πετρελαϊκή κρίση ανέθεσαν επανάληψη της μελέτης σε μεγαλύτερο επιτελείο επιστημόνων, υπό τους Pestel & Messaroviç. Η νέα μελέτη επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα της προηγούμενης. Μέχρι το 1992 διεξήχθηκαν συνολικά 10 συστημικές μελέτες, που όλες επιβεβαίων ότι το βιομηχανικό μοντέλο περνούσε στα όρια κατάρρευσης. Οι G7 σταμάτησαν από το 1978 να παίρνουν μέτρα αποτροπής της κρίσης. Κάτω από αυτούς τους όρους, οι μελέτες πρόβλεπαν αρχή της κατάρρευσης το 2010. Στα 2003 η χρονολογία της κρίσης προσδιορίστηκε για το 2008, όπερ και εγένετο. Υπάρχει πλήθος από στοιχεία, αναλύσεις και γεγονότα σχετικά με τη διαδικασία της αποδόμησης του συστήματος. Το βέβαιο είναι βρισκόμαστε σε περίοδο σοβαρών κοινωνικών μετασχηματισμών.
    Συνεχίζετε συστηματικά να δουλεύετε με ομάδες διαλόγου, να πιστεύετε «αμετανόητος» στη συλλογικότητα... Ποια ανάγκη, ποια πεποίθηση σας παρακινεί σε αυτό το μοντέλο δουλειάς;
    Η προσπάθεια, μαζί με άλλους φίλους, για ομάδες διαλόγου προέκυψε από τη διαπίστωση ότι στη χώρα μας, από τη μια πλευρά, υπάρχει βαθιά συντηρητικότητα και σύγχυση και, από την άλλη, επικρατεί κοινωνική κινητικότητα που μπορεί να οδηγήσει σε ρήξεις και αλλαγές εξαιτίας της προϊούσας αποδόμησης του βιομηχανικού συστήματος. Δεν τρέφουμε τη φιλοδοξία να σώσουμε τον κόσμο, αλλά δεν μπορούμε και να μένουμε απαθείς σε «έναν κόσμο που βυθίζεται σήμερα στην απόγνωση και στην παραίτηση». Πιστεύουμε ότι η κοινωνική ανθρωπολογία αποτελεί το πιο κατάλληλο θεωρητικό όργανο που θα μας βοηθήσει σε μια κριτική θεώρηση της κουλτούρας μας και στη διερεύνηση της πορείας της. Αυτό, φυσικά, πάνω στη βάση του ανοιχτού διαλόγου και σε εξάρτηση με την κατάκτηση ενός νέου ήθους -δηλαδή, χωρίς ιεραρχήσεις, γραμματείς και προέδρους ικανού να ανταποκριθεί στο όραμα μιας χειραφετημένης και πιο ανθρώπινης κοινωνίας.

    Τι είδους διδάγματα μπορεί να μας προσφέρει το παρελθόν, η προσωπική σας εμπειρία της Κατοχής;
    Η κρίση της Κατοχής είχε εκδηλώσεις τέτοιες που έκαναν ορατές τις δυνάμεις της εξουσίας (εθνική υποδούλωση, στρατιωτικοί νόμοι), ώστε το έντονο εθνικό αίσθημα της εποχής εκείνης ενίσχυε την άμεση κινητοποίηση της κοινωνικής αντίστασης. Το απότομο πλήγμα στον λαό, που προκάλεσε 300.000 νεκρούς από την πείνα μέσα στον χειμώνα του 1941, τον οδήγησε σε τέτοια εξοικείωση με τον θάνατο, ώστε να προβεί σε μοναδικές για την ιστορία πράξεις αντίστασης. Αντίθετα, στη σημερινή εποχή επικρατεί μεγάλη σύγχυση από πολλούς λόγους, για το ποιος είναι ο εχθρός της κοινωνίας και αγνοείται εντελώς ότι το κοινωνικο-πολιτισμικό σύστημα είναι υπό κατάρρευση. Πιο σοβαρές είναι οι διαφορές στην υποκειμενική πλευρά. Στην περίοδο της Κατοχής υπήρχε έντονο το κοινοτικό αίσθημα, η communitas, που αποτελεί βασικό όρο για τη διεξαγωγή του κοινωνικού μετασχηματισμού. Η κοινωνία της κατανάλωσης, αλλά και οι μηχανισμοί του συστήματος οδήγησαν στη διάλυση του κοινωνικού ιστού και στην εξάπλωση της κατάθλιψης. Η διάλυση αυτή επηρέασε και την αριστερά προκαλώντας τον κερματισμό της.

    Το «καινούργιο» αναγκαστικά θα συγκρουστεί με τα δεσμευτικά στοιχεία του παρελθόντος, αλλά μιλώντας από τη σκοπιά της αριστεράς, πώς, με ποιο τρόπο και με ποια παραδείγματα μπορεί η εμπειρία των αγώνων αλλά και των λαθών να αποτελέσει εφαλτήριο για έναν κόσμο που βυθίζεται σήμερα στην απόγνωση και στην παραίτηση;
    Συνοψίζοντας τα διδάγματα του παρελθόντος, νομίζω ότι οι πρωταρχικοί όροι στους οποίους πρέπει να στρέψει την προσοχή της η αριστερά, για να γίνει λιγότερο οδυνηρό το πέρασμα από τη βαρβαρότητα της αποδόμησης προς τη μεταδόμηση για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία είναι: Πρώτο, η ανασυγκρότηση του κοινωνικού ιστού και της αλληλεγγύης σε συνάρτηση με την ενοποίηση της αριστεράς. Δεύτερο, η αντιμετώπιση των δομών εξουσίας με βάση την άμεση δημοκρατία και την αυτοάμυνα, χωρίς άσκηση βίας και χωρίς ιεραρχικές δομές (σιδερένια πειθαρχία κ.ά.) που συνεπάγεται η άσκηση αυτή, δομές που αναπαράγουν την απάνθρωπη κοινωνία της ανισότητας και της βίας (αυτά τα δύο πάνε μαζί), δομές που προκάλεσαν την αποτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης και της ΕΣΣΔ.

    Πολιτισμός και αριστερά... Μια δύσκολη, ίσως προβληματική (;) σχέση. Κάποιοι στην αριστερά επιμένουν να βλέπουν στον πολιτισμό μόνο ένα «εργαλείο»...
    Στην ανθρωπολογία έχει καθιερωθεί ο όρος «κοινωνικο-πολιτισμικό σύστημα ή σχηματισμός» για να δηλωθεί ότι η κοινωνία και η κουλτούρα συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. Ακολουθώντας, για λόγους καλύτερης κατανόησης, τη διάκριση σε δομή και λειτουργία, τότε «κοινωνία» είναι η δομή των κοινωνικών σχέσεων του συστήματος (σχέσεων παραγωγής, συγγένειας, γειτονίας κ.ά.) και «κουλτούρα» είναι οι λειτουργίες του συστήματος (παραγωγής, αυτορρύθμισης και αναπαραγωγής). Πολιτισμός είναι το μέρος της κουλτούρας στις κοινωνίες με συγκεντρωτική εξουσία που έχει θεσμοποιηθεί με επιβολή του κυρίαρχου λόγου. Συνεπώς, στις κοινωνίες αυτές, παράλληλα με τον επίσημο πολιτισμό συμβιώνουν, εξαρτημένες ή αντίρροπες προς τον κυρίαρχο λόγο, και οι υπάλληλες κουλτούρες ή υποκουλτούρες, οι οποίες εκπροσωπούν τις υποτελείς κοινωνικές ομάδες. Σε συνάρτηση με τα παραπάνω προκύπτει ότι στους μετασχηματισμούς της κοινωνίας διαδραματίζεται ταυτόχρονη μετάλλαξη της κοινωνικής δομής και της κουλτούρας. Είναι ένα ενιαίο σύστημα. Άρα, η αριστερά οφείλει να δρα συνδυασμένα και στα δύο αυτά επίπεδα, αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος υστέρησης ή παραμόρφωσης του μετασχηματισμού. Η κουλτούρα δεν είναι μηχανή που θα τη βάλουμε μπροστά ή θα την προγραμματίσουμε, γιατί έχει τη δική της δημιουργικότητα και δυναμική. Εκείνο που προέχει, συνεπώς, για την αριστερά είναι να εμπνεύσει και να ενισχύσει τις αναδυόμενες κουλτούρες των κοινωνικών στρωμάτων «χωρίς φωνή», να απελευθερωθούν από τον κυρίαρχο λόγο ή πολιτισμό, ώστε να συμβάλουν στη χειραφέτηση της κοινωνίας. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από το να αξιοποιήσουμε τον πολιτισμό (ποιον πολιτισμό; του κυρίαρχου λόγου;) ή να τον χρησιμοποιήσουμε σαν «εργαλείο».

    ____________________________________

    Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

    "Οδυσσέας" του Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.

    Οδυσσέας - 6

    Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.
    James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
    James Joyce: Ulysses. Penguin 1992 (annotated) (1960)

    5. Λωτοφάγοι

    Δουβλίνο, από την οδό Ικκλς στον ποταμό Λίφφυ κι έως το χαμάμ, 10 το πρωί.


    "Τι ζέστη... Εκλεκτό χαρμάνι, από τις καλύτερες ποικιλίες της Κεϋλάνης. Η Άπω Ανατολή. Πρέπει να είναι όμορφο μέρος, ο κήπος της γης, μεγάλα νωθρά φύλλα να λικνίζονται πέρα δώθε, κάκτοι, λιβάδια ολόκληρα λουλουδιασμένα, φιδίσιες λιάνες τα λένε. Άραγε είναι στ' αλήθεια έτσι; Κι εκείνοι οι Σιγκαλέζοι ν' αργοκινούνται κάτω από τον ήλιο, dolce far niente. Μήτε το χέρι τους δεν κουνάνε όλη μέρα. Κοιμούνται τους έξι μήνες από τους δώδεκα. Πολλή ζέστη για φιλονικίες. Η επίδραση του κλίματος. Λήθαργος. Άνθη ραθυμίας. Μάλλον είναι ο αέρας που τους θρέφει. Το άζωτο. Το θερμοκήπιο του Βοτανικού κήπου. Ευαίσθητα φυτά. Νούφαρα. Πέταλα πολύ κουρασμένα για να. Υπνηλία στην ατμόσφαιρα. Βήματα πάνω στα ροδοπέταλα. Φαντάσου κάποιον εκεί κάτω να προσπαθεί να φάει πατσά και μοσχαρίσια ποδαράκια. Πού να βρίσκεται εκείνος ο τύπος που είδα κάπου σε μία φωτογραφία; Α, στη Νεκρή θάλασσα, επιπλέοντας ανάσκελα, διαβάζοντας ένα βιβλίο κάτω από ένα σκιάδι. Και να 'θελες δε θα μπορούσες να βυθιστείς, τόσο πηχτό το νερό απ' το αλάτι..." 


    Ο Λεοπόλδος Μπλουμ ξεκινάει το ταξίδι του στους δρόμους του Δουβλίνου. Πρώτη στάση το Ταχυδρομείο, όπου με το ψευδώνυμο Χένρυ Φλάουερ, παραλαμβάνει μια ερωτική επιστολή. Δεύτερη στάση στην καθολική εκκλησία των Αγίων Πάντων. Τρίτη στο φαρμακείο Σουήνυ και τελευταία στο χαμάμ για το μπάνιο του.
    Στο πέμπτο κεφάλαιο του "Οδυσσέα" κυριαρχεί ο εσωτερικός μονόλογος του κεντρικού ήρωα. Οι αναφορές στους ομηρικούς Λωτοφάγους είναι ποικίλες και συνεχείς. Οι σκέψεις του Μπλουμ δέχονται τα ερεθίσματα τού πραγματικού κόσμου, που τον περιβάλλει, και ταξιδεύουν σε έναν κόσμο αρωμάτων και λουλουδιών! Ο σύγχρονος Οδυσσέας, φαντασιωνόμενος, μετατρέπεται τελικά σε Λωτοφάγο, προκειμένου να βγει αλώβητος από την πίεση της σύγχρονης πραγματικότητας. Η ικανότητά του να αποδρά, ανά πάσα στιγμή, από κάθε τι κοινότοπο και καθημερινό είναι μοναδική. Κάθε τόσο βυθίζεται, έστω και στιγμιαία, σε ένα είδος γλυκιάς νάρκης, όπου τα όρια της λογικής και της φαντασίας συγχέονται σε τέτοιο βαθμό που, ενίοτε, είναι αδύνατον να τα διακρίνεις. Ωστόσο, η τετράγωνη λογική του, η γαλήνια στωικότητά του και οι συνεχείς κι ανεξέλεγκτες ονειροπολήσεις, δίνουν τη δυνατότητα στον Μπλουμ όχι μόνο να απαλύνει τη δυσάρεστη πραγματικότητα αλλά συχνά και να την ερμηνεύει.




    Μεταφραστικά σχόλια
    1. σελ. 1, πρώτη παράγραφος: "Με μετρημένο βήμα, ανάμεσα από φορτηγά, ο κ. Μπλουμ διέσχισε την αποβάθρα σερ Ρότζερσον... Κοντά στα παραπήγματα Μπρέιντυ ένας μαθητευόμενος βυρσοδέψης περιφερόταν άσκοπα, μ' έναν κουβά γεμάτο πατσές περασμένο στο μπράτσο του, καπνίζοντας μια μασημένη γόπα".Σύμφωνα με τον Gifford, τα "φορτηγά" ("lorries") είναι γερανοί της αποβάθρας (waterside cranes), ενώ ο "μαθητευόμενος βυρσοδέψης" ("a boy for the skins") είναι ένα αγόρι που τριγυρνά στα σκουπίδια, δηλ. ρακοσυλλέκτης και ο κουβάς περιέχει σαβούρες αντί για"πατσές" ή εντόσθια ("offal").
    2. σελ. 102, στη μέση: "Απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα" ("handsome is and handsome does"). Η κανονική παροιμία είναι: handsome is as handsome does, που θα μπορούσε, κάπως αυθαίρετα βέβαια, να μεταφραστεί ως άνω, αλλά ο Μπλουμ την αλλάζει και το as γίνεται and. Συνεπώς θα έπρεπε, πιστεύω, να μεταφραστεί: "Απ' έξω κούκλα κι από μέσα κούκλα", αν θέλαμε να διατηρήσουμε το πνεύμα της παροιμίας, ή "όμορφη είναι κι όμορφα φέρεται".
    3. σελ. 102, 6η σειρά από το τέλος: "... τύμπανα στολισμένα με κορδέλες" ("... braided drums"). Ο Μπλουμ περιγράφει το γαντοφορεμένο χέρι της παραπάνω "ομορφιάς" και η σωστή απόδοση της φράσης θα ήταν: "ζάρες που σχηματίζει το κορδόνι στο πίσω μέρος του γαντιού" (Gifford) ή πιο απλά: "οι ζάρες στο γάντι της".
    4. σελ. 103, το τετράστιχο στο κάτω μέρος της σελίδας: "Πώς είναι το νοικοκυριό/χωρίς ζαμπονάκι Πλάμτρη;/Ελλιπές./Ενώ με το Πλάμτρη γίνεται παράδεισος". ("What is home without/ Plumtree's Potted Meat?/Incomplete./With it an abode of bliss"). Plumtree είναι η δαμασκηνιά και αναφέρεται σε μια γνωστή μάρκα (που φέρει το όνομα του ιδιοκτήτη της: Plumtree) παστού κρέατος σε πήλινα γαστράκια (κάτι αντίστοιχο με τις σημερινές κονσέρβες). Το ποιηματάκι είναι από διαφημιστικό σλόγκαν, που διαβάζει ο Μπλουμ σε εφημερίδα. Επειδή πρόκειται για ένα μοτίβο που επανέρχεται και σε άλλα κεφάλαια είναι σημαντικό, όπως θα φανεί αργότερα, να διατηρηθεί στη μετάφραση η έννοια της δαμασκηνιάς, όπως και της γάστρας-κονσέρβας. Θα πρότεινα, λοιπόν, τη μετάφραση του Μαραγκόπουλου αλλάζοντας όμως το Πλάμτρη, που κι αυτός το αφήνει ως έχει: "Τι είναι το σπιτικό δίχως/Κονσέρβες κρέατος Δαμασκηνού;/Σαν να του λείπει κάτι/ Όμως μ' αυτό η ευτυχία, να τη!"
    5. σελ. 106, 17η σειρά, μετά τη λέξη "τσιγάρο".: Να συμπληρωθεί μια πρόταση μίας μόνο λέξης: "Κοινωνικός" ("Sociable").
    6. σελ. 107. Ο Μπλουμ ξαναδιαβάζει το γράμμα της Μάρθας, από μέσα του αυτή τη φορά, με το δικό του, μοναδικό, "ολάνθιστο" τρόπο. Στο πρωτότυπο όμως κείμενο δεν υπάρχουν κόμματα κι αυτό αλλάζει σημαντικά τις σημασίες των φράσεων. Ο Καψάσκης αντίθετα βάζει συνεχώς κόμματα προσπαθώντας να το κάνει πιο κατανοητό.
    7. σελ. 116, στη μέση περίπου: "Αιγυπτιακές απολαύσεις" ("Fleshpots of Egypt"). Ενώ πριν από δύο κεφάλαια το μεταφράζει έξοχα: "Επί των λεβήτων των κρεών", καθώς πρόκειται για κλασική φράση από την Έξοδο(16:3) της Παλαιάς Διαθήκης, εδώ μάλλον το ξεχνάει. Ίσως πάλι, ερμηνεύοντάς το, να θέλησε να το κάνει πιο κατανοητό. Επίσης, λίγες σειρές πιο κάτω γράφει: "έναν ποδηλάτη καμπουριασμένον σαν σαλιγκάρι στο κέλυφός του" ενώ το πρωτότυπο λέει κάτι πιο ιρλανδικό: "σαν μπακαλιάρος στη γάστρα".


    "Κύμα καύσωνα. Δεν θα κρατήσει. Φεύγει πάντα, το ρεύμα της ζωής, και τα δικά μας ίχνη πάνω του, ο ανεκτίμητος θησαυρός μας. Απόλαυσε τώρα ένα λουτρό, καθαρός λουτήρας νερού, δροσερό σμάλτο, το απαλό χλιαρό ρεύμα. Διότι τούτο εστί το σώμα μου. Προείδε το χλωμό του σώμα, σε μια μήτρα θαλπωρής, αλειμμένο με μυρωδάτο σαπούνι, απαλά λελουσμένο. Είδε τον κορμό του και τα άκρα να κάνουν κυμκυματάκια και να στέκονται, σημαντήρες ανάλαφροι, λεμονοκίτρινα. Τον αφαλό του, σάρκινο μπουμπούκι. Και είδε τους σκούρους μπερδεμένους βοστρύχους του θυσάνου του να επιπλέουν, επιπλέουσα κόμη του ρεύματος γύρω από τον ράθυμο πατέρα χιλιάδων, ένα χαύνο πλεούμενο άνθος".

    Σημειώσεις: Οι εικόνες, με τη σειρά, είναι οι εξής: i) Φωτογραφία της εποχής με τον ποταμό Λίφφυ, που διασχίζει το Δουβλίνο. ii) Έργο του Πωλ Γκωγκέν με τίτλο: Η μέρα του Θεού. iii) Έργο του Kenneth Francis Dewey από την εικονογράφηση του "Οδυσσέα"στην έκδοση Franklin Library, 1979. iv) "Communicants" από την εικονογράφηση του Robert Motherwell. v) "Οι Λωτοφάγοι" (1633), χαρακτικό του Theodore Van Thulden με τον Οδυσσέα να προσπαθεί να συνεφέρει τους συντρόφους του, που βρίσκονται υπό την επήρεια των λωτών και λησμόνησαν τον νόστο. Το τελευταίο απόσπασμα, με τον Μπλουμ να φαντάζεται τον εαυτό του στο λουτρό τού χαμάμ (ενώ ήδη περνάει την είσοδό του) έτοιμο να αυνανιστεί, είναι μεταφρασμένο, σχεδόν ολόκληρο, από τον Άρη Μαραγκόπουλο (Οδηγός Ανάγνωσης, εκδ. Τόπος). "Οι λωτοφάγοι" είναι μέχρι στιγμής ένα από τα ωραιότερα κεφάλαια του βιβλίου. Διαβάζοντάς το, καθυστερούσα τόσο πολύ ανάμεσα στις εικόνες του, στις παραγράφους του, ακόμα και στις λέξεις του, που με πολλή δυσκολία μπόρεσα να το τελειώσω και να απαγκιστρωθώ απ' αυτό, ώστε να προχωρήσω στο επόμενο.

    Οδυσσέας - 5

    Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.
    James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
    James Joyce: Ulysses. Penguin 1992 (annotated) (1960)

    4. Καλυψώ

    Δουβλίνο, οδός Ικκλς 7, κοντά στην εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, 8 το πρωί.



    "Ο κ. Λεοπόλδος Μπλουμ έτρωγε με απόλαυση τα εσωτερικά όργανα των ζώων και των πουλιών. Αγαπούσε την παχειά σούπα από εντόσθια, τα στομάχια με μια γεύση καρυδιών, την ψητή καρδιά με γέμιση, τις φέτες συκωτιού τηγανισμένες σε τρίμματα γαλέτας, τα τηγανητά αυγά μπακαλιάρου. Περισσότερο απ' όλα του άρεσε να τρώει ψητά αρνίσια νεφρά, που άφηναν στον ουρανίσκο του μια λεπτή γεύση με ελαφρύ άρωμα ούρων".
    Την ίδια πάντα μέρα, στις 8 το πρωί, ο Λεοπόλδος Μπλουμ, πριν ετοιμάσει το πρωινό γεύμα, πετάγεται μέχρι το χασάπη για να πάρει ένα αρνίσιο νεφρό. Όταν επιστρέψει σερβίρει το πρόγευμα στη γυναίκα του, τη Μόλλυ, που παραμένει στο κρεββάτι και τηγανίζει το νεφρό για τον εαυτό του. Στη συνέχεια ανοίγει ένα γράμμα της κόρης του και αφοδεύει στο αποχωρητήριο της αυλής του διαβάζοντας σε ένα περιοδικό ένα διήγημα.


    Στο τέταρτο κεφάλαιο ξεκινάνε οι περιπέτειες του Οδυσσέα-Λεοπόλδου Μπλουμ. Η αφήγηση είναι κυρίως τριτοπρόσωπη με συχνές παρεμβολές από τον εσωτερικό μονόλογο του ήρωα. Ο Μπλουμ, εβραίος ουγγρικής καταγωγής, βρίσκεται στον αντίποδα του Στήβεν Δαίδαλου. Δεν τον απασχολούν τα φιλοσοφικά και ηθικά διλήμματα του δεύτερου. Τον ενδιαφέρουν περισσότερο τα πρακτικά θέματα της καθημερινότητας: οικονομικές και επαγγελματικές έγνοιες, οι απιστίες της συζύγου του, Μόλλυ, η απουσία της κόρης του, Μίλλυ, το φαγητό του, η γάτα του... Ο Λεοπόλδος, ωστόσο, είναι ένας άνθρωπος με πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα. Ας αναρωτηθούμε όμως, κι εμείς με τη σειρά μας, αν υπάρχει έστω κι ένα άτομο που δεν έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα. Πόσο έχουμε εισχωρήσει στον εσωτερικό κόσμο, τουλάχιστον αυτών που μας περιβάλλουν, ώστε να μπορούμε με βεβαιότητα να αποφανθούμε ότι είναι "συνηθισμένοι" άνθρωποι; Η μεγάλη τέχνη του Τζόυς έγκειται ακριβώς, στη μοναδική του ικανότητα να εμφυσά το ασυνήθιστο σε κάθε τι συνηθισμένο, να προσδίδει βάθος και στην πιο ασήμαντη σκέψη ή πράξη, να μετατρέπει σε Οδύσσεια μια απλή, συνηθισμένη μέρα ενός απλού, συνηθισμένου ανθρώπου, στο Δουβλίνο του 1904!


    Μεταφραστικά σχόλια1. σελ. 89, στο κάτω μέρος: "Αν δώσεις στη γάτα πολύ κρέας δεν θα κυνηγήσει ποντίκια. Λένε ότι δεν τρώνε χοιρινό. Υπακούν στους ιουδαϊκούς κανόνες...". Η τελευταία πρόταση στο πρωτότυπο είναι μόνο μια λέξη: "Kosher". Κόσερ είναι το "καθαρό φαγητό", δηλ. αυτό που έχει παρασκευαστεί σύμφωνα με τους κανόνες των εβραίων. Ο Καψάσκης, νομίζω, θα μπορούσε να αφήσει τη λέξη ως έχει καθώς είναι όρος σχεδόν διεθνής, αλλά προτίμησε τελικά ένα είδος(;) επεξήγησης.

    2. σελ. 94, τελευταία σειρά: Αντί "απλά χείλη" να γραφτεί "απαλά χείλη" (τυπογραφικό λάθος).

    3. σελ. 96, δεύτερη παράγραφος: "Αυτός ο Ντούγκλατζ έχει βαθειά φωνή. Τι πάει να πει Ατζέντα; Λοιπόν, δεσποινίς. Ενθουσιασμός". ("Deep voice that fellow Duglacz has. Agenda what is it? Now, my miss. Enthusiast"). Πρόκειται για απόσπασμα εσωτερικού μονόλογου. Ο Ντούγκλατζ είναι ένας εβραίος χασάπης, που, αντίθετα με τον Μπλουμ, είναι θρησκευόμενος και μάλιστα σιωνιστής. Το enthusiast χρησιμοποιείτο για τα μέλη μιας χριστιανικής σέκτας του 4ου αιώνα αλλά και για κάποιους Πουριτανούς του 17ου αιώνα που πίστευαν σε μια αναρχική-αγροτική ουτοπική κοινωνία (Gifford). Προφανώς, εδώ αναφέρεται στον σιωνισμό του Ντούγκλατζ και καθώς είναι αδόκιμο να το μεταφράσουμε: Ενθουσιαστής, θα πρότεινα τη λέξη "Φανατικός", που είναι και κοντά στη σημερινή σημασία της αγγλικής λέξης. Όπως έχω αναφέρει σε προηγούμενη ανάρτησή μου, ο αναγνώστης είναι συχνά αφημένος στο έλεος του κειμένου και έχει την αίσθηση ότι ο αφηγητής δεν του δίνει σημασία, έτσι, κάποια σημεία των εσωτερικών μονολόγων παραμένουν σκοτεινά, παρά τις άφθονα διαθέσιμες σημειώσεις της τζοϋσικής βιβλιογραφίας. Ακριβώς ένα τέτοιο πρόβλημα συνάντησα κι εδώ. Είναι η αρχή μιας από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου: Ο Μπλουμ ετοιμάζεται να μπει στο σαραβαλιασμένο αποχωρητήριο του κήπου του, με ένα περιοδικό στο χέρι. Εκεί, διαβάζοντας ένα σύντομο και αξιόλογο διήγημα, θα επιτρέψει στα άντερά του να ανακουφιστούν ήρεμα και ηδονικά, αφηνόμενος στο "ρεύμα της συνείδησής του", για να σκουπιστεί στο τέλος με το τυπωμένο διήγημα! Όσο κι αν προσπάθησα δεν μπόρεσα με βεβαιότητα να αποκρυπτογραφήσω τη λέξη: "Agenda".Πιθανόν να πρόκειται για το αντίστοιχο στους προτεστάντες "Τυπικόν" των ορθόδοξων, δηλ. το σύνολο των κανόνων των τελετουργικών της εκκλησίας, αφού στα αγγλικά ονομάζεται και με αυτή τη λέξη. Τι θέση όμως, έχει εδώ; Μήπως έχει να κάνει με τον σιωνισμό του χασάπη ή με κάτι άλλο πιο απλό, που μου διαφεύγει; Από την άλλη το "δεσποινίς" αναφέρεται μάλλον στη νεαρή υπηρέτρια που συνάντησε στο χασάπικο λίγο πρωτύτερα και τη γλυκοκοίταζε. Κι έτσι, το "enthusiast" έχει πια διττή σημασία και θα μπορούσε να αποδοθεί κι ως "Λοιπόν, δεσποινίς μου. Ενθουσιασμένος", σα να λέμε "φανατικά δικός σας" ή "καταγοητευμένος".

    4. σελ. 96, στις τελευταίες σειρές: "Τώρα ο καθένας τυπώνει ό,τι θέλει. Καλοκαίρι. Συνέχισε το διάβασμα, καθισμένος ήρεμα πάνω από τη δική του ανερχόμενη μυρωδιά. Καθαρός βέβαια... (κι ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα του διηγήματος που διαβάζει)". Αντί για καλοκαίρι στο πρωτότυπο λέει: "Silly season" εννοώντας νεκρή εποχή για ειδήσεις, όπως συνήθως είναι κάποια καλοκαίρια, οπότε οι συντάκτες εφημερίδων ή περιοδικών πασχίζουν να τυπώσουν ο,τιδήποτε μπορεί να συγκινήσει το κοινό. Δεν ξέρω αν υπάρχει αντίστοιχη λέξη στα ελληνικά. Ίσως "νεκρή εποχή", όπως και στα γαλλικά. To "καθαρός" (neat) που λέει στη συνέχεια έχω την αίσθηση ότι αναφέρεται στο διήγημα, που και πιο πριν το χαρακτηρίζει: "quick and neat". Συνεπώς θα το μετέφραζα: "Καλό βέβαια". Αλλά όπως είπαμε, δεδομένης της αφοδευτικής λειτουργίας στην οποία επιδίδεται εκείνη τη στιγμή, όλα αυτά έχουν διττές σημασίες...


    "Κάπου στην ανατολή. Νωρίς το πρωί. Να παίρνεις δρόμο τα χαράματα, να ταξιδεύεις συνέχεια μπροστά από τον ήλιο, να του ξεκλέβεις μιας μέρας περπάτημα. Αν βαστήξεις για πάντα έτσι, από τεχνική άποψη, μιλώντας, δε θα γεράσεις ποτέ. Περπάτημα σε μιαν ακρογιαλιά, σε άγνωστη χώρα, άφιξη στην πύλη μιας πολιτείας, σ' έναν φρουρό, γέρο στρατιώτη κι αυτόν, με τα μουστάκια του γέρο Τουήντυ, ακουμπισμένον σε μια μακριά λόγχη. Να περιπλανιέσαι σε δρομάκια σκεπασμένα με τέντες. Να περνάνε δίπλα σου μορφές με τουρμπάνια. Σκοτεινές σπηλιές χαλιών μαγαζιά, άντρας ψηλός, ο Τούρκος ο τρομερός, καθισμένος σταυροπόδι καπνίζοντας το ναργιλέ του. Κραυγές πωλητών στους δρόμους. Να πίνεις νερό αρωματισμένο με μάραθο, σερμπέτι. Να περιπλανιέσαι όλη μέρα. Θα μπορούσες να συναντούσες και κάνα δυο ληστές. Ε, και λοιπόν; Ας τους συναντούσες. Πλησιάζοντας το απόβραδο. Σκιές των τζαμιών κατά μήκος των κιόνων. Ο ιμάμης με την περγαμηνή, τυλιγμένη ρολό. Μια ανατριχίλα πάνω στα δέντρα, σύνθημα, ο εσπερινός άνεμος. Προχωρώ. Χρυσωμένος ουρανός, ξεθωριασμένος. Μια μητέρα κοιτάζει από την πόρτα της. Καλεί στη σκοτεινή τους γλώσσα τα παιδιά της να μπούνε στο σπίτι. Ψηλός τοίχος, πίσω του έτριξαν χορδές. Φεγγάρι νυχτερινού ουρανού, μωβ, στο ίδιο χρώμα με τις ζαρτιέρες της Μόλλυ. Έγχορδα. Άκου. Ένα κορίτσι παίζει κάποιο απ' αυτά τα όργανα. Πώς το λένε; Σαντούρι. Προχωρώ".




    Σημειώσεις: Οι εικόνες με τη σειρά είναι οι εξής: i) H οδός Eccles με το ναό του Αγ. Γεωργίου στο βάθος, σε φωτογραφία της εποχής. ii) Η κατοικία του Μπλουμ στην Eccles 7 (δεν υπάρχει πια, είναι κατεδαφισμένη). Από την κεντρική είσοδο έμπαινες στο καθιστικό με την κρεββατοκάμαρα από πίσω. Στο υπόγειο ήταν η κουζίνα, που από την πίσω της πλευρά έβγαινες σε ένα μικρό κήπο με το αποχωρητήριο. Οι δύο όροφοι από πάνω ήταν για ενοικίαση. iii) Σχέδιο του ίδιου του Τζόυς με σκίτσο του Leopold Bloom και την πρώτη φράση της Οδύσσειας στα αρχαία ελληνικά. iv) "Nymph", έργο του Motherwell για την εικονογράφηση του 4ου κεφαλαίου του "Ulysses". v) "Oδυσσέας και Καλυψώ", έργο του Max Beckmann. Στις μεταφράσεις των αποσπασμάτων έχουν γίνει επεμβάσεις. Στο τελευταίο, την ονειροφαντασία του Μπλουμ, η τρίτη και η τέταρτη πρόταση είναι ατόφιες από το βιβλίο του Μαραγκόπουλου (Οδηγός ανάγνωσης, εκδ. Τόπος). Απόψεις, προτάσεις είναι πάντα ευπρόσδεκτες. Η μετάφραση ενός τέτοιου βιβλίου δεν μπορεί παρά να είναι ένα έργο εν προόδω.

    Οδυσσέας - 4

    Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.
    James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
    James Joyce: Ulysses. Penguin 1992 (annotated) (1960)



    3. Πρωτέας

    Ακτή Σάντυμαουντ, 11 το πρωί.


    "Ο σκύλος τους ξεμάκρυνε κατά την αμμώδη απλωσιά, τρέχοντας, μυρίζοντας προς όλες τις μεριές. Ψάχνει για κάτι που χάθηκε στην περασμένη ζωή. Ξαφνικά, μ' ένα πήδημα λαγού, όρμησε με κατεβασμένα αυτιά, κυνηγώντας τη σκιά ενός γλάρου που πέταγε χαμηλά. Το συριστικό σφύριγμα του άντρα αντήχησε στα κρεμασμένα αυτιά του. Έστριψε το σώμα του, ξαναπήδησε, πλησίασε, έτρεξε με μπλεγμένα πόδια. Μέσα από το πορτοκαλί φως φάνηκε ένα ελάφι, τρέχοντας με γρήγορα βήματα, καθαρό, αψεγάδιαστο. Στις παρυφές της παλίρροιας σταμάτησε με αλύγιστα τα μπροστινά πόδια του, με τα αυτιά στραμμένα κατά τη θάλασσα. Το ανασηκωμένο ρύγχος του μούγκρισε καταντικρύ στον ήχο των κυμάτων, κοπάδι θαλασσινών ελεφάντων. Αυτά έρποντας, πλησίασαν τις οπλές του, στριφογύρισαν, πρόσθεταν μικρά κομμάτια στεριάς, κάθε ένατο απ' αυτά καλπάζοντας και παφλάζοντας, από τα βαθιά, φτάνοντας ολοένα και περισσότερα, κύματα και κύματα".
    Ο Στήβεν, φεύγοντας από το σχολείο, κάνει ένα μοναχικό περίπατο στην παραλία. Γύρω του, η παλίρροια, οι βράχοι, η απέραντη αμμουδιά, δυο γυναίκες, ένας σκύλος, ένα ζευγάρι τσιγγάνων που μαζεύει κοχύλια... Εντός του, οι αναμνήσεις του από το Παρίσι, οι φαντασιώσεις του, οι υπαρξιακοί στοχασμοί του, οι καημοί του...



    Στο τρίτο κεφάλαιο έφτασε η στιγμή να βουτήξουμε στα βαθιά της τζοϋσικής γραφής. Ο εσωτερικός μονόλογος του Στήβεν κυριαρχεί καθώς η τριτοπρόσωπη αφήγηση περιορίζεται στο ελάχιστο. Ο Δαίδαλος γίνεται κυματοθραύστης των ήχων και των εικόνων, που τον κατακλύζουν. Μέσα από τις ρωγμές του εισχωρούν μεταμορφωμένα, σαν τον Πρωτέα, είτε η ιστορία και οι θρύλοι του μακρινού και πρόσφατου παρελθόντος της πολύπαθης Ιρλανδίας είτε οι μνήμες του, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό. Ο Τζόυς γράφει με τον τρόπο που λειτουργεί η ανθρώπινη συνείδηση, προσπαθεί να συλλάβει το χάος που την κυβερνά και τη ρευστότητα των σκέψεων, οδηγώντας τη γλώσσα του στα όριά της, επινοώντας νέους τρόπους έκφρασης...
    "Τα χείλια του χείλισαν και στομάτισαν άσαρκα αέρινα χείλια: στόμα στη μήτρα της. Μνμαα, μνήμα όλο μήτρα. Το στόμα του έγινε καλούπι βγάζοντας ανείπωτη ανάσα: οοεεεααααα: βρυχηθμός καταρράκτη πλανητών, σφαιρικών, φλεγόμενων, που βρυχώνται εραπεραπεραπεραπεραπέρα"



    Κατά πόσο μπορεί να απολαύσει ο Έλληνας αναγνώστης τον "Οδυσσέα", που βρίθει αναφορών; Του είναι άγνωστη όχι μόνον η ιστορία κι οι θρύλοι της Ιρλανδίας αλλά και τα βιώματα των καθολικών. Αναμφίβολα είναι απαραίτητο ένα ολόκληρο βιβλίο που να τα εξηγεί όλα αυτά. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, κατά τ' άλλα μεγάλος θαυμαστής του Τζόυς, έγραφε στα περίφημα Collectanea αναφερόμενος και στον Ιρλανδό δημιουργό: "Η λογοτεχνία που χρειάζεται ειδικούς εξηγητές για να φτάσει στο κοινό -όταν δεν υπάρχει κοινό, δεν υπάρχει και λογοτεχνία- δε θα καρποφορήσει ποτέ, δε θα πλουτήνει με καρπούς τις ερχόμενες γενιές... Η λογοτεχνία δεν είναι καμιά "Φιλική Εταιρία" να λειτουργεί με μέλη, ορκισμένα ή μη. Η λογοτεχνία λειτουργεί με ένα μικρό ή μεγάλο κοινό". Ωστόσο, θα διαφωνήσω, πιστεύοντας ότι η απόλαυση κατακτιέται και μέσω μύησης, απαραίτητης για γίνεις δεκτός σε μια "μυστική αδελφότητα" αναγνωστών... Την πρώτη φορά διάβασα τον Πρωτέα σα βιβλιοκάμπια, λέξη προς λέξη, ανατρέχοντας στις λεπτομερείς σημειώσεις του Gifford, στον σχολιασμό του Μαραγκόπουλου, στα λεξικά και στο διαδίκτυο. Τη δεύτερη όμως φορά ένιωσα σαν τον Μενέλαο τη στιγμή που καταφέρνει να γραπώσει τον Πρωτέα και ηδονικά ν' ακούσει τα λόγια του. Λόγια του νερού σαν το ρευστό τζοϋσικό κείμενο που "τρέχει αφρίζοντας, σα φλοίσβος φλάουτου, σε παφλάζουσες αφρισμένες φούσκες, φύλλα και φτερά".


    Μεταφραστικά σχόλια
    1. σελ. 61. Ο Στήβεν προχωράει στην ακρογιαλιά πατώντας ξερά φύκια και κοχύλια: "Σπάζουν, σπάσιμο, σπαστ, σπα" ("Crush, crack, crick, crick). Πιστεύω ότι πιο σωστή απόδοση θα ήταν: "Κομματιάζονται, κρακ, κρικ, κρικ".

    2. σελ. 62, αρχή 4ης παραγράφου. "Αυτές οι Frauenzimmer κατέβηκαν προσεκτικά τα σκαλοπάτια από την οδό Λήρυ και με ύφος Λούρδης βύθισαν στην κοσκινισμένη άμμο της κατηφορικής ακρογιαλιάς τα ανοιγμένα δάχτυλα των ποδιών τους... Η πρώτη κούναγε ανόητα, πέρα δώθε μια τσάντα μαμής, η ομπρέλα της άλλης καρφωνόταν στην άμμο. Άφησαν τη γειτονιά τους στα προάστια, για να περάσουν τη μέρα τους". Πέρα από το τυπογραφικό λάθος: Λήχυ αντί Λήρυ, το "ύφος Λούρδης" δεν υπάρχει στο πρωτότυπο. Υπάρχει το επίρρημα (βύθισαν) "πλαδαρά". Εδώ μυρίζομαι πάλι "γαλλικό" άρωμα μετάφρασης... Επίσης, αντί για "ανόητα πέρα δώθε"υπάρχει το "βαριά" και τέλος: "άφησαν τις liberties" (γειτονιά στο κέντρο του Δουβλίνου) κι όχι "άφησαν τη γειτονιά τους στα προάστια". Δεν υπήρχε λόγος επεξήγησης. Άλλωστε τα τοπωνύμια του Δουβλίνου στον "Οδυσσέα" έχουν μεγάλη βαρύτητα.


    3. σελ. 63, στη μέση περίπου: "Περιώνυμοι ληστές της Καλαβρίας" (Highly respectable gondoliers"). Δηλ. το κείμενο λέει: "Αξιότιμοι γονδολιέρηδες". Πρόκειται για μια κωμική όπερα των Gilbert & Sullivan. Μάλλον ο Γάλλος δαίμων της μετάφρασης χτύπησε πάλι, καθώς οι ληστές της Καλαβρίας είναι θεατρικό του Αλφρέντ Ζαρρύ.


    4. σελ.66, περίπου στη μέση: "Σπούδασε τη φυσιολογία των γυναικών στον οδηγό Μισελέ". Το κείμενο λέει απλώς: "Διάβασε για τη φύση των γυναικών στον Μισελέ". Πρόκειται βέβαια για τον Γάλλο συγγραφέα Ζυλ Μισελέ, ο οποίος είχε γράψει ένα βιβλίο για τις γυναίκες με τίτλο "La femme". Σίγουρα πάντως δεν πρόκειται για οδηγό τύπου Μισελέ(ν).


    5. σελ. 68, 4η σειρά: "... ρουφώντας αψέντι, την πράσινη νεράιδά του, όπως ο Πατρίς ρούφαγε το γάλα, τη λευκή του νεράιδα". Ο Καψάσκης πάλι μεταφράζει επεξηγώντας. Το κείμενο λέει:"...ρουφώντας την πράσινη νεράιδά του, όπως ο Πατρίς τη λευκή του". Και λίγο πιο κάτω παρόμοια: "... που αποκαλούσε το πήδημα μεταδείπνιό του", ενώ είναι: "... που το αποκαλούσε μεταδείπνιό του". Το παράξενο είναι ότι όχι μόνο η λέξη πήδημα δεν αναφέρεται καθόλου στο κείμενο, ούτε πριν, ούτε μετά, αλλά το "μεταδείπνιο" με βάση τα συμφραζόμενα είναι αμφίσημο. Η πρώτη σημασία είναι απλά: επιδόρπιο, καθώς μιλάνε για τυρί! Στη συνέχεια καταλαβαίνεις, από τον περιπαικτικό τρόπο με τον οποίο λέγεται στο κείμενο, ότι μπορεί να έχει και μια πιο πονηρή ερμηνεία. Αλλά αυτό επ' ουδενί δεν δηλώνεται.

    6. σελ. 69, 2η σειρά: "Ένας εραστής, που για τη δική της αγάπη περιπλανήθηκε μαζί με τον συνταγματάρχη Ρίτσαρντ Μπερκ, τον συνεχιστή της φάρας του, κάτω από τα τείχη του Κλάρκενγουελ και, έρποντας, όπως τα αιλουροειδή, είδαν μια εκδικητική φλόγα να τινάζεται ψηλά μες στην ομίχλη". Ο Ήγκαν (ο εραστής της Ιρλανδίας, ο Joseph Casey) με τον Μπερκ ήταν το 1867 στη φυλακή του Λονδίνου, Κλάρκενγουέλ, όταν οι Φένιοι προσπάθησαν να τους απελευθερώσουν ανατινάζοντας τον εξωτερικό τοίχο της φυλακής την ώρα του προαυλισμού τους. Η απόπειρα απέτυχε γιατί είχαν αλλάξει την ώρα προαυλισμού τους, λόγω πληροφοριών, αλλά η έκρηξη κόστισε τις ζωές 12 Λονδρέζων. Δεν περιπλανιόντουσαν λοιπόν αλλά "έκαναν γύρες κάτω απ' τα τείχη του Κλάρκενγουέλ και, παραμονεύοντας έτοιμοι ορμήσουν, είδαν μια εκδικητική φλόγα...". Τα αιλουροειδή δεν έρπουν αλλά συσπειρώνονται (crouch) έτοιμα να εκτιναχτούν.

    7. σελ. 69, λίγο πιο κάτω: "Τα καθημερινά του στέκια... το άντρον του στη Μονμάρτη, στην οδό Γκουτ-ντ-Ορ, εκεί που περνάει τις σύντομες νύχτες του, το δωμάτιο ταπετσαρισμένο με τα μυγοχεσμένα πρόσωπα αυτών που φύγανε". (... the Monmartre lair he sleeps short night in, rue de la Goutte-d'Or, damascened with flyblown faces of the gone"). Εδώ το κείμενο είναι τελείως διαφορετικό: το "damascened" δεν αναφέρεται στο δωμάτιο αλλά στην οδό Goutte-d'Or (οδός χρυσής σταγόνας από το χρυσαφένιο κρασί γιατί εκεί υπήρχαν κάποτε κλήματα)! Το damascening ή δαμασκήνωση ή δαμασκηνή τεχνική είναι μια πανάρχαιη τεχνοτροπία (δαμασκηνά σπαθιά) ένθεσης διαφόρων μετάλλων το ένα μες στο άλλο, κάτι ανάλογο με το σαβάτι. Τα πρόσωπα που φύγανε είναι κάποιοι χαρακτήρες γνωστών μυθιστορημάτων του Ζολά, που ζούσανε σ' αυτό το δρόμο της φτωχογειτονιάς και πέθαναν εξαθλιωμένοι. Συνεπώς, η μετάφραση θα μπορούσε να είναι: "περνάει τις σύντομες νύχτες του στο άντρο του στη Μονμάρτη, στην οδό Goutte-d'Or, που στις γωνιές της έχουν αποτυπωθεί δαμασκηνά τα μυγοχεσμένα πρόσωπα νεκρών ανθρώπων".

    8. σελ. 70, προς το τέλος: "Οι δύο άγιες γυναίκες" (The two maries").Δηλ. "Οι δύο Μαρίες". Πρόκειται για τη Μαρία τη Μαγδαληνή και τη Μαρία Ιωσή, που παραστέκονταν στη σταύρωση του Χριστού και στη συνέχεια ανακάλυψαν πρώτες τον άδειο τάφο Του.


    9. σελ. 72, προτελευταία σειρά: "Θυμάμαι. Ο Χαρούν Αλ Ρασίντ. Σχεδόν το θυμάμαι ολόκληρο". ("Remember. Haroun al Raschid. I am almosting it"). Λυπάμαι αλλά δεν μπόρεσα να μεταφράσω... αυτό το υπέροχο: I am almosting it. Κάτι σα να λέμε: "Σχεδόν τό 'χω"... αλλά όχι ακριβώς.

    Κάτι αντίστοιχο συνάντησα και στη σελ. 62 με το: "contransmagnificaandjewbangtantiality", ένα σύμπλεγμα των: contre, consubstantiality (ομοούσιο), transubstantiality, magnific, Jew και bang. Αναφέρεται στον Άρειο, που "έκανε συντρίμμια τη ζωή του, ενάντιαστημεγαλειοεβραϊκοομοουσιότητα".

    10. σελ. 75, στην 1η παράγραφο: "Η παρθένος που έστεκε στο παράθυρο του Χότζες Φίγκις... Μένει στο πάρκο Λήζον, επιζεί με αγάπη και καθαρό νεράκι, συγγράφει. Δώσε την πληροφορία σε άλλους, Στήβι. Μια γυναίκα εύκολη". Θα το μετέφραζα ως: "Η παρθένα στη βιτρίνα (window) του Χότζες Φίγκις (βιβλιοπωλείο)... Ζει στο πάρκο Λήζον, με θλίψη (grief) και λιχουδιές (kickshaws), μια κυρία των γραμμάτων (a lady of letters)... Πες το και σε κάποιον άλλον, Στήβι. Ένα τονωτικό (apickmeup)". Το τελευταίο, που πιθανόν να εννοεί τη σεξουαλική σχέση, θα μπορούσε να μεταφραστεί και ως: "μία πουτηνπαιρνειςμαζίσου". Εδώ αδυνατώ να κατανοήσω όλες τις μεταφραστικές επιλογές του Καψάσκη. Ίσως κάτι μου διαφεύγει.


    11. σελ. 76, στο κάτω μέρος της: "Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, γίνεται ψάρι, γίνεται πεταλίδα χήνα, γίνεται πουπουλένιο στρώμα". (God becomes man becomes fish becomes barnacle goose becomes featherbed mountain"). Δε συμφωνώ με τα κόμματα του μεταφραστή. Θα το μετέφραζα ή όπως στο πρωτότυπο χωρίς κόμματα ή, υποκύπτοντας στον πειρασμό της επεξήγησης, βάζοντας στη θέση τους το αναφορικό "που". "Ο Θεός γίνεται άνθρωπος που γίνεται ψάρι που γίνεται πεταλίδα χήνα που γίνεται πουπουλένιο στρώμα στο Πουπουλένιο βουνό". Η πεταλίδα χήνα είναι ένα είδος αγριόχηνας, που σύμφωνα με έναν ιρλανδικό θρύλο γεννιόταν από πεταλίδες κι όχι από αυγά. Στα ελληνικά την ονομάζουμε "ασπρομάγουλη χήνα". To "Featherbed Mountain" είναι ένα βουνό στα νότια του Δουβλίνου.

    12. σελ 77. "Ο Λώουν Τέννυσον, ποιητής ευπατρίδης. Γεια..." (Lawn Tennyson, gentleman poet. Gia...". Ο Τζόυς παίζει με το όνομα του ποιητή Άλφρεντ Τέννυσον και το Lawn Tennis, που είναι το τέννις στο χόρτο. Εφόσον ο Καψάσκης δεν εφοδίασε το κείμενό του με σημειώσεις, δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα σ' αυτή την περίπτωση... Μήπως να λέγαμε "Ο Χόρτον Τέννισον, ποιητής ευπατρίδης"; Βρισκόμαστε στην τελευταία σκηνή που ο Στήβεν εγκαταλείπει την αμμουδιά. Ο Τζόυς χρησιμοποιεί πολλές ξένες λέξεις στο κείμενό του αμετάφραστες, με πλάγιους όμως χαρακτήρες. Έτσι και η επόμενη λέξη "Gia(με τόνο όμως στο a), που ο Καψάσκης μεταφράζει με το ελληνικό "Γεια" και ταιριάζει απόλυτα στα συμφραζόμενα. Σύμφωνα όμως με τους σχολιαστές, πρόκειται για το ιταλικό "ήδη", που σημαίνει και "ναι, βέβαια" ή μια έκφραση ανυπομονησίας όπως: "ας τελειώνουμε"... Ας τελειώσω λοιπόν κι εγώ εδώ, αυτό τον μακροσκελή σχολιασμό.




    "Άγγιξέ με. Μάτια απαλά. Απαλό απαλό απαλό χέρι. Είμαι μονάχος μου εδώ. Ω, βιάσου να με αγγίξεις, τώρα. Ποια είναι εκείνη η λέξη που γνωρίζουν όλοι οι άνθρωποι; Ήσυχα που είμαι εδώ, ως πέρα μονάχος μου. Και θλιμμένος. Άγγιξε, άγγιξέ με".

    Σημειώσεις: Οι εικόνες είναι οι εξής με τη σειρά: i) η αμμουδιά Σάντυμαουντ την ώρα της παλίρροιας. ii) O Τζόυς σε νεαρή ηλικία, το 1904, χρονιά του "Οδυσσέα", iii) O Joseph Beuys, το 1974, ενώ ατενίζει από ένα δημόσιο ουρητήριο την αρχιδοσφίχτρα θάλασσα του Δουβλίνου, στο Σάντυκοουβ! Φωτογραφία της Caroline Tisdall, iv) "Ο Πρωτέας κι ο Μενέλαος", σχέδιο της Elisabeth Frink (1973), v) "Philology" σχέδιο του Motherwell για το τρίτο κεφάλαιο της έκδοσης του "Ulysses" (Arion Press). To δεύτερο απόσπασμα του κειμένου, που παραθέτω, είναι μεταφρασμένο εξ ολοκλήρου από τον Άρη Μαραγκόπουλο (Οδηγός ανάγνωσης, εκδ. Τόπος). Εννοείται, ότι μεταφραστικές προτάσεις ή διορθώσεις είναι ευπρόσδεκτες.

    Οδυσσέας - 3

    Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.
    James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004 (1926).
    James Joyce: Ulysses. Penguin 1992(annotated) (1960)


    2. Νέστωρ

    Σχολείο Σάμερφιλντ, 10 το πρωί.



    Ο Στήβεν, γύρω στις 10 το πρωί, διδάσκει ιστορία στα παιδιά της τάξης του, στο σχολείο Σάμερφιλντ. Στη συνέχεια συναντιέται με τον αγγλόφιλο διευθυντή του, κ. Ντήζυ, για να πάρει το μισθό του. Ο κ. Ντήζυ του δίνει συμβουλές και συζητούν για οικονομικά και πολιτικά θέματα. Στο τέλος, δίνει στον Στήβεν ένα κείμενο για τον αφθώδη πυρετό που πλήττει τα βοοειδή της χώρας προκειμένου να το δώσει για δημοσίευση σε κάποια εφημερίδα, με την οποία συνεργάζεται.

    Εδώ ο εσωτερικός μονόλογος του Στήβεν σχολιάζει όλα τα τεκταινόμενα δίνοντάς τους μια δεύτερη διάσταση. Η παραδοσιακή τριτοπρόσωπη αφήγηση συνεχίζει να κυριαρχεί. Η άκεφη διδασκαλία του Στήβεν δίνει τη θέση της στις στερεότυπες κουβέντες και κατηχήσεις του κ. Ντήζυ.




    Ο "Οδυσσέας" διαιρείται σε 18 κεφάλαια. Παρόλο που στο πρωτότυπο κείμενο δεν υπάρχουν τίτλοι κεφαλαίων, οι κριτικοί και οι αναγνώστες αναφέρονται σε αυτά με τους ομηρικούς τίτλους που ο Τζόυς χρησιμοποιούσε στην αλληλογραφία του αλλά στη συνέχεια, στην πρώτη έκδοση του 1922, τους αφαίρεσε. Οι τίτλοι αυτοί, πολύ σημαντικοί κατά τη γνώμη μου για την κατανόηση του κειμένου, αποτελούν πλέον συστατικό μέρος του έργου. Σύμφωνα μ' αυτούς το μυθιστόρημα χωρίζεται στα ακόλουθα μέρη:

    Α. Τηλεμάχεια
    [1. Τηλέμαχος, 2. Νέστωρ, 3. Πρωτέας]

    Β. Οδύσσεια
    [4. Καλυψώ, 5. Λωτοφάγοι, 6. Άδης, 7. Αίολος, 8. Λαιστρυγόνες, 9. Σκύλλα και Χάρυβδη, 10. Συμπληγάδες, 11. Σειρήνες, 12. Κύκλωπες, 13. Ναυσικά, 14. Βόδια του Ήλιου, 15. Κίρκη]

    Γ. Νόστος
    [16. Εύμαιος, 17. Ιθάκη, 18. Πηνελόπη]
    Ο προσεκτικός αναγνώστης θα διακρίνει σε πολλά σημεία του έργου την ηχώ του ομηρικού προτύπου και εύκολα θα κάνει τους παραλληλισμούς. Για παράδειγμα, ο Τηλέμαχος είναι ο Στήβεν που φεύγει από το παλάτι (Μαρτέλο) αφήνοντας τους σφετεριστές-μνηστήρες και πάει στον Νέστορα (Ντήζυ)... Στο δεύτερο όμως κεφάλαιο είναι που αρχίζει να γίνεται αντιληπτό (με την παρουσία του Ντήζυ-Νέστορα) ότι πρόκειται για μια παρωδία της Οδύσσειας ή πιο σωστά για μια ειρωνικά αντεστραμμένη Οδύσσεια!



    Μεταφραστικά σχόλια
    1. σελ. 53. Ενώ ο κ. Ντήζυ ανοίγει ένα κουτί για να βγάλει τις λίρες που θα δώσει στον Στήβεν για το μισθό του, ο Στήβεν παρατηρεί στο γραφείο ένα διακοσμητικό πέτρινο γουδί (stone mortar)γεμάτο: "whelks and money, cowries and leopard shells...". Και η μετάφραση του Καψάσκη: "Θαλάσσια βούκινα και όστρακα που χρησίμευαν παλιότερα για χρηματικές συναλλαγές και όστρακα παρδαλά σαν προβιά λεοπάρδαλης...". Ενώ κατά λέξη είναι: "μικρά βούκινα της θάλασσας και νομίσματα, κυπραίες και γουρουνίτσες πιτσιλωτές...". Με λίγα λόγια, ο μεταφραστής επεξηγεί τη λέξη money και προκαταβάλλει τον αναγνώστη στην ερμηνεία του εσωτερικού μονολόγου του Στήβεν. Εννοείται πως ο Στήβεν δεν βλέπει νομίσματα στο γουδί αλλά συνειρμικά, κι ενώ περιμένει τις λίρες του Ντήζυ, σκέφτεται ότι τα όστρακα χρησιμοποιούνταν παλαιότερα από κάποιους πολιτισμούς ως μέσο συναλλαγής. Επιπλέον, χάρη στο διαδίκτυο, ανακάλυψα ακριβέστερες ονομασίες για τα cowries (που ο Καψάσκης δεν μεταφράζει) και τα leopard shells.
    ΥΓ: Στην έκδοση του 1926 (τη λεγόμενη δεύτερη γαλλική) αλλά και σ' αυτήν του Gabler (1986-the corrected text) δεν υπάρχει κόμμα μεταξύ money και cowries. Αυτό εξηγεί καλύτερα την επιλογή του Καψάσκη, που ωστόσο μεταφράζει από μια αμερικανική έκδοση του 1942.
    2. σελ. 55, στο τέλος της 1ης παραγράφου: "Εσείς της Σιν Φέιν, λησμονείτε αρκετά πράγματα" (You fenians forget some things). Ενώ θα έπρεπε να λέει: "Εσείς οι Φένιοι, λησμονείτε αρκετά πράγματα". Η Fenian Society ήταν η Ιρλανδική Δημοκρατική Αδελφότητα που είχε ιδρυθεί το 1858 και στόχος της ήταν η ανεξαρτησία της Ιρλανδίας μέσω βίαιης επανάστασης (κάτι ανάλογο με τη δική μας Φιλική Εταιρεία). Ενώ το Σιν Φέιν (Sinn Fein) ιδρύθηκε το 1905 (σε χρόνο μεταγενέστερο απ' αυτόν του "Οδυσσέα") και ήταν ένα πολιτικό και κοινοβουλευτικό κόμμα που υποστήριζε την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας.
    3. σελ. 55, στη 2η παράγραφο: "Η θαυμάσια στοά του Νάιμοντ στο Άρμα, η επίστρωση από πτώματα παπιστών. Βραχνοί, οπλισμένοι από πάνω ως κάτω, μασκοφόροι, δίναν υποσχέσεις οι Άγγλοι καλλιεργητές." ("The lodge of Diamond in Armagh the splendid behung with corpses of papists. Hoarse, masked and armed, the planters' covenant."). Ο μεταφραστής εδώ τα μπλέκει πολύ κι επιπλέον έχουμε και δύο τυπογραφικά σφάλματα. Πιο σωστή μετάφραση, νομίζω, θα ήταν: "Το κιόσκι του Ντάιμοντ στο Άρμαγκ το δοξασμένο, στρωμένο με πτώματα παπιστών. Βραχνοί, μασκοφόροι και οπλισμένοι, το Σύμφωνο των Καλλιεργητών". Το κείμενο αναφέρεται σε μια μάχη που έγινε στο Diamond της κομητείας του Armagh μεταξύ καθολικών (παπιστών) και προτεσταντών, το 1795. Οι προτεστάντες ήθελαν να διώξουν από τις περιοχές της Βόρειας Ιρλανδίας τους καθολικούς. Οι τελευταίοι οργανώθηκαν και αντιστάθηκαν στο lodge(;) του Ντάιμοντ, όπου κι έγινε η σφαγή τους. Η βασίλισσα Ελισάβετ είχε εφαρμόσει ένα νόμο για τις καλλιέργειες (planters' covenant) προκειμένου να ηρεμήσει τον εξεγερμένο πληθυσμό. Σύμφωνα μ' αυτό θα έπαιρναν μεγάλες εκτάσεις γης (σχεδόν φέουδα) από Καθολικούς Ιρλανδούς και θα τις μοίραζαν σε Άγγλους και Ιρλανδούς με την προϋπόθεση ότι αυτοί θα δήλωναν την πίστη τους στο Στέμμα της Αγγλίας και στην Εκκλησία της.
    4. σελ. 56, πάνω-πάνω. "Το Ρήπαλς του Λόρδου Έστινγκς, το Σοτόβερ του Δούκα του Γουέστμινστερ, το Σηλόν του Δούκα του Μπώφορντ, pris de Paris, 1866". (lord Hastings' Repulse, the duke of Westminster's Shotover, the duke of Beaufort's Ceylon, prix de Paris, 1866"). Πέρα από τα δυο τυπογραφικά λάθη (Μπώφορτ - prix) θα προτιμούσα τα ονόματα των αλόγων να γράφονται με τους λατινικούς χαρακτήρες για να παραμένει ενεργή η σημασία τους στα αγγλικά, που δεν είναι καθόλου τυχαία.


    "- Ο έμπορος, είπε ο Στήβεν, είναι κάποιος που αγοράζει φτηνά και πουλάει ακριβά, είτε είναι εβραίος είτε χριστιανός, έτσι δεν είναι;
    - Ημάρτησαν κατά του φωτός, είπε σοβαρά ο κ. Ντήζυ. Μπορείς να δεις το σκοτάδι μέσα στα μάτια τους. Γι' αυτό περιπλανώνται επί της γης μέχρι σήμερα.
    Στα σκαλιά του Χρηματιστηρίου του Παρισιού οι χρυσοδέρματοι άνδρες πρόσφεραν τιμές με τα στολισμένα με δαχτυλίδια δάχτυλά τους. Κλαγγές χήνας. Συνωστίζονταν αδέξιοι και φωνακλάδες γύρω απ' το ναό, τα κεφάλια τους πυκνοσυνωμοτούντα κάτω από άκομψα μεταξωτά καπέλα. Αυτά τα ρούχα, τα λόγια, οι χειρονομίες, δεν τους ανήκαν. Τα βαρειά, αργά μάτια τους διέψευδαν τα λόγια, οι χειρονομίες πρόθυμες και άκακες, όμως γνώριζαν τις μνησικακίες που είχαν συσσωρευθεί ολόγυρά τους, γνώριζαν τη ματαιότητα του ζήλου τους. Μάταιη υπομονή για μάζεμα και θησαύρισμα. Ο χρόνος βέβαια θα τα σκόρπιζε όλα. Ένας θησαυρός μαζεμένος στην άκρη του δρόμου: λεηλατημένος και σε χέρια άλλων. Τα μάτια τους γνώριζαν τα χρόνια της περιπλάνησης και, υπομονετικοί, γνώριζαν τις ανεντιμότητες της φυλής τους.
    - Ποιος δεν έχει αμαρτήσει; είπε ο Στήβεν.
    -Τι θες να πεις; ρώτησε ο κ. Ντήζυ.
    Ήρθε ένα βήμα μπροστά και στάθηκε πλάι στο τραπέζι. Το σαγόνι του κρέμασε στο πλάι μισάνοιχτο. Αυτή είναι η γέρικη σοφία; Περιμένει ν' ακούσει από μένα.
    - Η ιστορία, είπε ο Στήβεν, είναι ένας εφιάλτης απ' όπου προσπαθώ να ξυπνήσω".

    Σημειώσεις: Στην πρώτη φωτογραφία το σχολείο Summerfield όπως είναι σήμερα. Στις επόμενες δύο, τα σχέδια του Robert Motherwell με αντίστοιχους τίτλους: The History και Telemachia-Odyssey-Nostos. Στη συνέχεια, από την εικονoγραφημένη έκδοση του Mimmo Paladino και τέλος ο Νέστωρ από ένα αρχαϊκό αγγείο. Το τελευταίο απόσπασμα είναι από το κείμενο (περί εβραίων ο λόγος), με μικροεπεμβάσεις που έγιναν και χάρη στη μετάφραση του Άρη Μαραγκόπουλου.
    ΥΓ: Παραθέτω και το αγγλικό κείμενο (ευπρόσδεκτες οι διορθώσεις και οι προτάσεις):
    -- A merchant, Stephen said, is one who buys cheap and sells dear, jew or gentile, is he not?
    -- They sinned against the light, Mr Deasy said gravely. And you can see the darkness in their eyes. And that is why they are wanderers on the earth to this day.
    On the steps of the Paris Stock Exchange the goldskinned men quoting prices on their gemmed fingers. Gabbles of geese. They swarmed loud, uncouth about the temple, their heads thickplotting under maladroit silk hats. Not theirs: these clothes, this speech, these gestures. Their full slow eyes belied the words, the gestures eager and unoffending, but knew the rancours massed about them and knew their zeal was vain. Vain patience to heap and hoard. Time surely would scatter all. A hoard heaped by the roadside: plundered and passing on. Their eyes knew the years of wandering and, patient, knew the dishonours of their flesh.
    -- Who has not? Stephen said.
    -- What do you mean? Mr Deasy asked.
    He came forward a pace and stood by the table. His underjaw fell sideways open uncertainly. Is this old wisdom? He waits to hear from me.
    -- History, Stephen said, is a nightmare from which I am trying to awake.

    Οδυσσέας - 2

    Τζέημς Τζόυς, εκδ. Κέδρος, μτφ. Σωκράτης Καψάσκης.
    James Joyce: Ulysses. Folio Society, 2004.



    1. Τηλέμαχος 

    Δουβλίνο, 8 το πρωί στον πύργο Μαρτέλο





    "Επιβλητικός και παχουλός, ο Μπακ Μάλλιγκαν εμφανίστηκε στο κεφαλόσκαλο, κρατώντας ένα κύπελλο με σαπουνάδα, όπου ήταν ακουμπισμένα σταυρωτά ένας καθρέφτης κι ένα ξυράφι. Το απαλό πρωινό αεράκι φούσκωνε ανάλαφρα την κίτρινη, δίχως ζώνη, ρόμπα του. Σήκωσε ψηλά το κύπελλο και έψαλλε:
    Introibo ad altare Dei.
    Στάθηκε, κοίταξε τη στριφτή σκοτεινή σκάλα και φώναξε άγρια:
    - Έλα πάνω, Κιντς. Έλα πάνω, φριχτέ Ιησουίτη!
    Προχώρησε σοβαρός κι ανέβηκε στο κυκλικό κανονιοβολείο. Ατένισε ολόγυρα κι ευλόγησε τρεις φορές μ' επισημότητα τον πύργο, τη γύρω περιοχή και τα βουνά που ξύπναγαν..."



    Ο κύβος ερρίφθη! Εδώ κι ένα μήνα διαβάζω το περίφημο μυθιστόρημα του Τζέημς Τζόυς. Δεν πρόκειται απλά για μια ανάγνωση ενός διάσημου λογοτεχνικού έργου αλλά για μια μύηση στον κόσμο του Τζόυς. Όμως, προσοχή! Ο Οδυσσέας είναι ένα κείμενο που απευθύνεται στους εραστές της λογοτεχνίας. Σ' αυτούς που κάθε φορά που διαβάζουν ένα βιβλίο είναι σα να το ξαναγράφουν μαζί με το συγγραφέα του... Ο Οδυσσέας, όπως κι όλα τα μεγάλα έργα, ξαναγράφεται κάθε φορά μαζί με τον εκάστοτε αναγνώστη του. Αυτή είναι ίσως και μία από τις μεγαλύτερες απολαύσεις που χαρίζει στον άγρυπνο κι επίμονο... εραστή.
    "Στην κλασική λογοτεχνία ο παντογνώστης συγγραφέας "προστατεύει" τον αναγνώστη παρέχοντας εγκαίρως όλες τις πληροφορίες για το σκηνικό, την ψυχολογία και το χρόνο, ώστε ο αναγνώστης να αισθάνεται ασφαλής στην απόστασή του από το αφηγούμενο, ασφαλής θεατής στην οπτική γωνία που του προσδιόρισε ο συγγραφέας. Στο Ulysses, ο αναγνώστης αισθάνεται αντιθέτως αφημένος στο έλεος ενός ανελέητου κειμένου... Πρόκειται για ένα βιβλίο που με πείσμα, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, γράφεται και ξαναγράφεται από το συγγραφέα του, δομείται κι αποδομείται, αυτοσχολιάζεται και αφήνεται όσο κανένα άλλο ανοιχτό στην ανάγνωση... Ο κάθε αναγνώστης στο τέλος, μετά την αναγνωστική του οδύσσεια, ανακαλύπτει τη δική του οδό προς την τζοϋσική Ιθάκη".


    Ο Στήβεν Ντένταλους (ένας από τους τρεις πρωταγωνιστές του έργου), νεαρός ποιητής που εργάζεται ως δάσκαλος, ο Μπακ Μάλλιγκαν, φοιτητής Ιατρικής κι ο Άγγλος φίλος του Χέηνς, σπουδασμένος στην Οξφόρδη, ξυπνάνε στον πύργο Μαρτέλο. Πρόκειται για ένα αγγλικό οχυρό, που το έχουν νοικιάσει ως κατοικία. Ο Στήβεν παραπονιέται για την παρουσία του Άγγλου στον βλάσφημο και μονίμως κεφάτο Μπακ. Ενώ ο τελευταίος τον κατηγορεί με υπαινιγμούς για την άρνησή του να γονατίσει και να προσευχηθεί στο κρεββάτι της ετοιμοθάνατης μάνας του, παρά τις ικεσίες της. Παίρνουν όλοι μαζί πρωινό καθώς μια γριά αγρότισσα τους φέρνει φρέσκο γάλα. Όταν οι άλλοι δύο πάνε να κολυμπήσουν, ο Στήβεν αποφασίζει να τους εγκαταλείψει.

    Το πρώτο κεφάλαιο είναι γραμμένο στο μεγαλύτερο μέρος σε μορφή κλασικής τριτοπρόσωπης αφήγησης, που κάθε τόσο διακόπτεται από τον εσωτερικό μονόλογο του Στήβεν. Η πρώτη εμφάνιση του μονολόγου γίνεται στην 28η σειρά της πρώτης σελίδας της ελληνικής έκδοσης με μία μόνο λέξη: "Χρυσόστομος" (αναφορά στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο). Ο Στήβεν παρατηρεί τις χρυσές λάμψεις που εκπέμπουν τα άσπρα δόντια του Μάλλιγκαν καθώς ο ήλιος πέφτει πάνω τους και συνειρμικά τις συνδυάζει με την ευγλωττία που διακρίνει το φίλο του. Πιο κάτω, το περίφημο stream of consciousness κάνει όλο και πιο συχνά την εμφάνισή του. Εσωτερικές σκέψεις που προκαλούνται από εικόνες, ήχους, λέξεις και μνήμες και που συχνά συνδυάζονται με εύθραστους θύλακες του υποσυνειδήτου, αποτελούν αυτό το "ρεύμα", που ξεπροβάλλει στην αφήγηση κι ενίοτε την παρασύρει. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο πυκνό, ποιητικό, υπαινικτικό και ερμητικό, που όμως δεν παύει ούτε στιγμή να "παίζει"... Κάθε λέξη μπορεί να πάρει πολλαπλές σημασίες ανάλογα με τα συμφραζόμενα αλλά και ανάλογα με τον αναγνώστη. Εντυπωσιακός για παράδειγμα είναι ο συνδυασμός της μυξοπράσινης θάλασσας (snotgreen sea), που είναι η γκρίζα γλυκιά μας μάνα (grey sweet mother), με τον ορίζοντα που συγκρατεί μια μάζα σκουροπράσινου υγρού (the ring of bay and the skyline held a dull green mass of liquid) και της πράσινης νωθρής χολής (sluggish green bile) που έβγαλε με σπασμούς εμετού από το σάπιο συκώτι της η μάνα τού Στήβεν. Ενώ στην επόμενη παράγραφο ο Μπακ τού επιστρέφει το μυξομάντηλο που είχε δανειστεί απ' αυτόν για να σκουπίσει το ξυράφι του.




    Μεταφραστικά σχόλιαΟ Καψάσκης έχει αναμφισβήτητα επιτελέσει έναν άθλο. Υπάρχουν βέβαια παραλείψεις και λάθη αλλά πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η μετάφραση έγινε σε προ-ιντερνετική εποχή. Επίσης δεν πρέπει να χρησιμοποίησε τα διαφωτιστικά σχόλια του Don Gifford, απαραίτητα σε ένα κείμενο γεμάτο αναφορές. Ας έχουμε κατά νου ότι ο Οδυσσέας είναι ένα παλίμψηστο. Δυστυχώς, δεν είμαι τόσο καλός γνώστης της γλώσσας ώστε να διορθώσω με ασφάλεια τη μετάφρασή του. Μπορώ όμως να σχολιάσω κάποια αμφισβητούμενα σημεία της και να τα θέσω υπό συζήτηση. Ο Καψάσκης προσπάθησε να μείνει πιστός στο κείμενο βρίσκοντας αναλογίες στη γλώσσα μας, τουλάχιστον όπου ήταν δυνατόν. Θα μπορούσε να του προσάψει κανείς την υπερβολική επίδραση που άσκησε στην εργασία του η γαλλική μετάφραση, που μεταξύ άλλων τον οδήγησε να προσθέσει κάποιες λέξεις στο κείμενο ώστε να το κάνει πιο κατανοητό. Αυτό βέβαια θα μπορούσε να το είχε αποφύγει με τη χρήση κάποιων σχολίων στο τέλος του κειμένου. Χαρακτηριστική περίπτωση αναφέρω πιο κάτω στις σημειώσεις μου.

    1. σελ. 25: "Διότι τούτο, ω φίλτατοι, είναι η αληθής Ευχαριστία..." Ο Μάλλιγκαν κρατώντας το κύπελλο με τη σαπουνάδα παρωδεί τη θεία λειτουργία με τη μετατροπή του οίνου σε αίμα του Χριστού. Στα αγγλικά: "For this, O dearly beloved, is the genuine Christine..." Εδώ ο βλάσφημος Μάλλιγκαν χρησιμοποιεί το θηλυκό Χριστίνα! Ο Άρης Μαραγκόπουλος μεταφράζει: "Διότι τούτο, ω ερασμίως ηρασθέντες, είναι η πάναγνη Χριστίνα...". Ο Καψάσκης ακολούθησε την επιλογή του Γάλλου μεταφραστή. Επίσης, δύο γραμμές πιο κάτω ο θεομπαίχτης διαπιστώνει στο κύπελλο ένα πρόβλημα με τα "λευκά αιμοσφαίρια" (a little trouble about those white corpuscles) που παραδόξως στη μετάφραση γίνονται απλά "αιμοσφαίρια" απαλείφοντας το πρόβλημα!

    2. σελ. 38: "Δαγκωματιά του εσώτερου" (Agenbite of inwit). Ο Μαραγκόπουλος το μεταφράζει: "Ηλικίης δήγματα του ενδομύχου".Ουσιαστικά πρόκειται για τις τύψεις. Η λέξη είναι μεσαιωνική και προέρχεται από τον τίτλο ενός εγχειριδίου του 1340, το οποίο περιείχε μια λίστα με αρετές και αμαρτίες με ιεραρχική σειρά. Θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε κι ως "δαγκωματιές της ψυχής".

    3. σελ. 39, στη μέση περίπου: "Ο αμφιταλαντευόμενος Μαλαχίας" (Mercurial Malachi). Γιατί όχι "Ο Ερμαίος Μαλαχίας"; Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την μεταφραστική του επιλογή και μάλιστα σε ένα κείμενο που βρίθει ομηρικών παραπομπών. Μάλλον δε θέλησε να προκρίνει μια τόσο κραυγαλέα αναφορά αλλά με το "αμφιταλαντευόμενος" κάθε ομηρικό ίχνος χάνεται χωρίς ν' αφήσει τον παραμικρό υπαινιγμό. Εδώ φαίνεται πόσο απαραίτητες είναι οι σημειώσεις του μεταφραστή. Μάλαχι είναι το άλλο μικρό όνομα του Μάλλιγκαν και στα εβραϊκά σημαίνει μαντατοφόρος. Σύμφωνα βέβαια με το λεξικό mercurial σημαίνει και: ζωηρός, σβέλτος, ετοιμόλογος, άστατος.

    4. σελ. 43, σειρά 6-8. Να διορθωθεί ως εξής:
    Μια παλαβιάρα βασίλισσα, γριά και ζηλιάρα. Πέσε στα γόνατα μπροστά μου. (εσωτ. μονόλογος του Στήβεν)
    - Υπάρχει κι ένας τρίτος που με χρειάζεται για παράξενα θελήματα, είπε ο Στήβεν.

    Στο βιβλίο ο εσωτερικός μονόλογος του Στήβεν γίνεται ένα με τα λεγόμενά του (σα να τα λέει όλα αυτά στον Χέηνς) χωρίς στο τέλος να υπάρχει η φράση: είπε ο Στήβεν. Αδύνατον φυσικά να απευθύνεται με αυτό τον τρόπο στον Χέηνς. Εδώ είτε πρόκειται για εκτεταμένο τυπογραφικό λάθος είτε υπήρχε το πρόβλημα στην αμερικανική έκδοση που χρησιμοποίησε ο Καψάσκης .





    "Την παρατηρούσε καθώς γέμισε πρώτα το δοχείο που είχε για μέτρημα κι ύστερα έχυσε στην κανάτα πλούσιο άσπιλο γάλα, όχι το δικό της. Γέρικα ζαρωμένα βυζιά. Ξανάχυσε άλλο τόσο και λίγο ακόμα. Γερασμένη και μυστική είχε μπει από έναν πρωινό κόσμο, πιθανόν ένας μαντατοφόρος. Επαινούσε τις αρετές του γάλακτος καθώς το έχυνε. Το χάραμα συμμαζεμένη πλάι στην υπομονετική αγελάδα στο εύφορο λιβάδι, μια μάγισσα καθισμένη σ' ένα μανιτάρι, τα ζαρωμένα χέρια της βιαστικά πάνω στις ρώγες. Το δροσομέταξο κοπάδι έσκυβε πλάι της, σ' αυτήν που γνώριζε. Μεταξένιο κοπάδι και φτωχή γριά, ονομασίες δοσμένες σ' αλλοτινούς καιρούς. Μια περιπλανώμενη γριούλα, ταπεινή μορφή μιας αθάνατης υπηρέτριας του κατακτητή και του αμέριμνου διαφθορέα της, κερατοπουτάνα και των δύο, μαντατοφόρος μέσα από το μυστηριακό πρωινό. Για να υπηρετεί ή για να επιτιμά: ποιο από τα δυο εκείνος δεν γνώριζε να πει. Όμως δεν καταδεχόταν να ζητήσει την εύνοιά της".



    Σημειώσεις: Οι περισσότερες εικόνες προέρχονται από την σπάνια έκδοση Arion Press (1988 σε 150 αντίτυπα) εικονογραφημένη από τον Robert Motherwell. Εξαιρείται η προτελευταία, που είναι από την εικονογραφημένη από τον Mimmo Paladino έκδοση της Folio Society (2004 σε 1650 αντίτυπα). Στη δεύτερη φωτογραφία είναι ο πύργος Μαρτέλο στο Δουβλίνο, σήμερα μουσείο Τζέημς Τζόυς. Στην τελευταία εικόνα είναι λεπτομέρεια από πίνακα του Tiepolo με τίτλο "Τηλέμαχος και Μέντης" (1730). Απαραίτητο, κατά τη γνώμη μου, βοήθημα στον Οδυσσέα είναι ο Οδηγός Ανάγνωσης του Άρη Μαραγκόπουλου (εκδ. Τόπος) στο οποίο μεταφράζονται και μικρά κομμάτια του βιβλίου (από κει και τα αποσπάσματα με μπλε χαρακτήρες). Στο τελευταίο απόσπασμα έχω κάνει κάποιες μικροεπεμβάσεις. Για παράδειγμα ο Καψάσκης μεταφράζει σε ενα σημείο: "μια μάγισσα καθισμένη σ' ένα σκαμνί, ίδιο με μανιτάρι". Tο κείμενο όμως δεν αναφέρει σκαμνί αλλά δηλητηριώδες μανιτάρι χρησιμοποιώντας μια λέξη που εμπεριέχει το σκαμνί (toadstool) κι ο μεταφραστής το απέδωσε τελικά κάνοντας... επεξήγηση. Έχασε όμως σε δύναμη η εικόνα της μάγισσας που κάθεται σε ένα πορφυρό(;) δηλητηριώδες μανιτάρι. Εννοείται πως με αυτά τα μεταφραστικά σχόλια δεν εξαντλώ τα σημεία του κειμένου για τα οποία έχω διαφορετική άποψη. Πρόκειται για μια επιλογή. Με την ευκαιρία, να ευχηθώ από εδώ στον φίλο, Ίκαρο Μπαμπασάκη, που σκοπεύει να διαβάσει ολόκληρο τον Οδυσσέα μέσα σε 24 ώρες (στη Θεσσαλονίκη στο μπαρ Manifesto στις 2 Φλεβάρη): "Καλό κουράγιο"!