«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Η Φωτό Μου
επιμέλεια σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής


Καλή ανά-γνωση

...για την γραφή, το ύφος και τη γλώσσα...σελίδες του περιοδικού "ύφος"....

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

«Νοματαίος» του Βασίλη Κουνέλη, παρουσίαση από τον Πάνο Αϊβαλή στο ιστορικό Λεβίδι Αρκαδίας



  Με τη συμμετοχή πολλών φίλων του βιβλίου, έγινε η παρουσίαση του μυθιστορήματος «ΝΟΜΑΤΑΙΟΣ», εκδ. Ωκεανίδα, σελ. 320, στο Λεβίδι Αρκαδίας. Στο καφέ-ζαχαροπλαστείο «Ευφρόσυνες Γεύσεις» ο Βασίλης Κουνέλης, ο Πάνος Αϊβαλής και η Φωτεινή Παπαδοπούλου παρουσίασαν άψογα το μυθιστόρημα «ΝΟΜΑΤΑΙΟΣ», διαβάζοντας αποσπάσματα του, κάνοντας το κοινό να αναπολήσει στιγμές από το παρελθόν. Όπως ειπώθηκε το μισό βιβλίο ανήκει στο συγγραφέα και το άλλο μισό στους αναγνώστες. Έντονη ήταν η παρουσία των συμπατριωτών μας Βλαχερναίων, που μαζί με όλο το κοινό χειροκρότησαν θερμά τον συγγραφέα και τους παρουσιαστές.



Ο Πάνος Αϊβαλής αφού χαιρέτησε τον κόσμο είπε:
Ο Βασίλης Κουνέλης είναι γνωστός εδώ στην περιοχή μας από τη σημαντική δουλειά που κάνει ως πρόεδρος στην οικολογική οργάνωση ΑΕΙ ΜΑΙΝΑΛΟΝ, μια οργάνωση γνωστή για την εθελοντική προσφορά διάσωσης του ιστορικού Μαινάλου.
Ο Βασίλης Κουνέλης γεννήθηκε στο Χαλάνδρι το 1964 και έλκει την καταγωγή (από πατέρα) από το Μπεζενίκο, τη σημερινή Βλαχέρνα. Τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων τα περνούσε στο χωριό κοντά στον παππού και τη γιαγιά από τους οποίους άκουσε πολλά παραμύθια και θρύλους της περιοχής. Έμαθε όμως και την τοπολαλιάμας την οποία μετά από πολλά χρόνια χρησιμοποίησε στο μυθιστόρημα Νοματαίος, τόσο στις περιγραφές όσο και στους διαλόγους. Ο Βασίλης Κουνέλης σπούδασε μουσική και νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όπως και εγκληματολογία. Σήμερα είναι μάχιμος δικηγόρος Αθηνών και μέλος της Επιτροπής Συνταγματικών Δικαιωμάτων του ΔΣΑ. Είναι παντρεμένος με τη Δήμητρα Μίζα, φιλόλογο, και πατέρας του Κωνσταντίνου και της Ελένης.
Θα ήθελα ακόμα να πω ότι τον γνώρισα στις τελευταίες εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση που ήταν υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Χαλανδρίου. Κατά καιρούς αρθρογραφεί με πολιτικά αλλά και πολιτιστικά κείμενα τόσο σε εφημερίδες των Αθηνών όσο και της Αρκαδίας. Στις αρχές του 2011 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα Νοματαίος για το οποίο θα μιλήσουμε απόψε.
Ο τρόπος που γράφει και περιγράφει ο Βασίλης Κουνέλης καθημερινές συνηθισμένες και απλές ιστορίες διπλανών μας ανθρώπων είναι μοναδικός. Με ανεπιτήδευτη γραφή ο συγγραφέας δημιουργεί το δικό του κόσμο μέσα από το παιχνίδι της γραφής. Αυτό άλλωστε είναι και η λογοτεχνία. Τα σχήματα λόγου, το μυθοπλαστικό υλικό, οι παύσεις συνθέτουν ένα ανυπέρβλητης ομορφιάς κείμενο. Μια αφήγηση που δημιουργεί εικόνες στον αναγνώστη.
Ο Νοματαίος του Βασίλη Κουνέλη συνδέεται άμεσα και με την πολιτισμική παράδοση της περιοχής μας, γιατί ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αναφέρεται καθαρά στη γενέτειρα του πατέρα του τη Βλαχέρνα, που για μυθοπλαστική ανάγκη γίνεται Παψολύπη («παύσων λύπη»: παύει η λύπη άμα πιεις νερό από την πηγή του χωριού). 
Με φόντο τη μαγική φύση της Βλαχέρνας λοιπόν (ή Παψολύπη) εδώ φιλοξενούνται οι χαρακτηριστικές αρκαδικές μορφές της γιαγιάς Γιαννούς αλλά και του θείου Γιώργη που αφηγούνται στον ήρωά μας, δεκαεξάχρονο Θοδωρή τα όσα έζησαν στην αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής αλλά και αργότερα στο σπαραχτικό εμφύλιο πόλεμο. Ο κεντρικός ήρωας του Νοματαίου όπως αναφέραμε είναι ο έφηβος Θοδωρής ή Θοδωράκης, μια ατίθαση μορφή νέου αλλά και υποψιασμένου για όλα όσα συμβαίνουν τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης στον τόπο μας. Διαβάζοντας το Νοματαίο του Βασίλη Κουνέλη ανακαλύπτουμε τον επαναστατημένο έφηβο που κρύβεται επιμελώς μέσα μας.
Το υπόλοιπο μέρος του βιβλίου ο Βασίλης Κουνέλης το αφιερώνει στη γειτονιά του στο Χαλάνδρι δίνοντας περιγραφές από τη ζωή των ανθρώπων εκεί, πώς διασκέδαζαν στα μέσα της δεκαετίας του 1970 λίγο μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας. Έτσι έχουμε περιγραφές χαρακτήρων, το κλίμα της εποχής αλλά και την έντονη πολιτικοποίηση των νέων παιδιών ακόμα και από το γυμνάσιο. Αν και ο Νοματαίος συγκαταλέγεται στα πολιτικά μυθιστορήματα, ο συγγραφέας δεν παραλείπει να μας δώσει με ευαίσθητο τρόπο τα πρώτα νεανικά σκιρτήματα του Θοδωρή με μια συνομήλική του, τη Βάσω.
Τέλος θα ήθελα να σας αναφέρω ότι το βιβλίο πρωτο-κυκλοφόρησε στις αρχές αυτής της χρονιάς και έχει λάβει εξαιρετικές κριτικές από έγκριτους κριτικούς λογοτεχνίας, όπως την Ελισάβετ Κοτζιά που έγραψε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 7 Απριλίου 2011, τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου  στο ένθετο Βιβλιοθήκη της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ το Μάιο του 2011, τον Χρήστο Παπαγεωργίου έγραψε στο περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ στο τεύχος 517 (Απρίλιος του 2011). Αλλά και τον καταξιωμένο συγγραφέα Στρατή Χαβιαρά (με καταγωγή από Νέα Κίο Αργολίδας και για πολλά χρόνια διευθυντής της βιβλιοθήκης Χάρβαρντ, αλλά και δάσκαλος στη λογοτεχνία του Βασίλη Κουνέλη, κατ’ ομολογία του ίδιου).
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη γνωριμία μας με το μυθιστόρημα «Νοματαίος» του Βασίλη Κουνέλη θα ήθελα να μεταφέρω μια ευχάριστη είδηση: η πρώτη έκδοση του βιβλίου εξαντλήθηκε και ετοιμάζεται δεύτερη έκδοση. Αυτό σε μια εποχή που προσπαθούν να μας πείσουν ότι σήμερα ο έλληνας δεν διαβάζει. 
Θα ήθελα να κλείσω προτρέποντάς σας να διαβάσετε τούτες τις εναπομείνασες ζεστές μέρες του καλοκαιριού ή τις κρύες νύχτες του χειμώνα που ακολουθούν το μυθιστόρημα «Νοματαίος» του Βασίλη Κουνέλη. Είναι μια μεγάλη απόλαυση το ταξίδι μέσα από τις λέξεις και τις παραστάσεις.
Σας ευχαριστώ πολύ.
....η Φωτεινή Παπαδοπούλου διαβάζοντας αποσπάσματα του  μυθιστορήματος  «ΝΟΜΑΤΑΙΟΣ», 

φωτογραφίες: Θανάσης Τσαρουχάς
από το: http://www.vlaxerna.gr/

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Λογοτεχνικός Διαγωνισμός διοργανώνει η μη κερδοσκοπική αστική εταιρεία «Διοτίμα και Μούσες»

Ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό στις κατηγορίες Ποίηση, Διήγημα, Παιδική Λογοτεχνία και Θεατρικό Σενάριο, που ίσως ενδιαφέρει και αρκετούς Λέσβιους δημιουργούς, διοργανώνει η μη κερδοσκοπική αστική εταιρεία «Διοτίμα και Μούσες».

Οι συμμετέχοντες θα πρέπει να στείλουν τα έργα τους μέχρι και τις 9 Σεπτεμβρίου, ενώ η απονομή των βραβείων θα γίνει το Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011, σε μέρος που θα ανακοινωθεί αργότερα.
Η σειρά αξιολόγησης των διαγωνιζομένων γίνεται με σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με την παραλαβή των συμμετοχών από τη Γραμματεία της εταιρείας.
Όσοι ενδιαφέρονται για περισσότερες πληροφορίες, μπορούν να απευθυνθούν στην πρόεδρο της εταιρείας, Μαρία Αρφέ, στο τηλέφωνο 6974-168584 (ώρες γραφείου) ή με e-mail στο maria.arfe@hotmail.gr


23/08/2011 


Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

"Νοματαίος" του Βασίλη Κουνέλη



γράφει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου*

Νομάτοι ή νοματαίοι είναι, σύμφωνα με τα λεξικά, τα ανώνυμα, χωρίς ταυτότητα πρόσωπα: τα πρόσωπα που δύσκολα ξεχωρίζουν ή αποσπώνται από το πλήθος, παραμένοντας πάντα ένα με την κίνηση και τη φωνή του. Σύμφωνα και πάλι με τα λεξικά, οι νομάτοι ή νοματαίοι απαντούν μόνο στον πληθυντικό. Αυτό δεν θα εμποδίσει  τον Βασίλη Κουνέλη (γεν. 1965) να γυρίσει τη λέξη στον ενικό για να τιτλοφορήσει το πρώτο πεζογραφικό του βιβλίο, προειδοποιώντας μας ευθύς εξαρχής για το είδος της ιστορίας που θα παρακολουθήσουμε.

Ο κεντρικός του ήρωας, ο οποίος ακούει στο όνομα Θοδωρής, κρατάει από σόι δασκάλων, τους Μπαντουβάκηδες (τα κλαδιά του γενεαλογικού τους δέντρου θα τα βρούμε περίπου σε όλη την Ελλάδα), και είναι ένας ανήλικος, αδιαμόρφωτος ήρωας: ένα μεγάλο και έκπληκτο πλην κάθε άλλο παρά ανυποψίαστο παιδί ή, καλύτερα, ένας ανήσυχος και ανυπότακτος χαλανδριώτης έφηβος (περιττό να υπενθυμίσω πως δεν είναι όλοι οι έφηβοι ούτε υποψιασμένοι ούτε ανυπότακτοι), που αφηγείται άτακτα, αλλά με την ενδεδειγμένη εσωτερική συνοχή, το σχολικό και οικογενειακό του παρόν, ταυτισμένο με την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης.
Ο Θοδωρής ανατρέχει εκ παραλλήλου τόσο στα παιδικά του χρόνια, τα οποία ανακαλούν την εποχή της δικτατορίας, όσο και στα χρόνια των αναμνήσεων των ενηλίκων (πρωτίστως της γιαγιάς και του θείου του), που ξεκινούν από τον Εμφύλιο, για να φτάσουν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Το χρονικό αυτό τρίπτυχο του λόγου του ενδοδιηγητικού αφηγητή (ο Θοδωρής συμμετέχει σε όλα τα δρώμενα, ακόμη και στις αναμνήσεις των συγγενών του, οι οποίες πολύ συχνά τον επηρεάζουν και τον προβληματίζουν βαθιά) αποτελεί το ισχυρότερο και το πλέον αποτελεσματικό μέσον στα χέρια του Κουνέλη. Γιατί; Μα, επειδή ο συγγραφέας αποκτά έτσι τη δυνατότητα να εξαπλωθεί σ’ ένα δεόντως εκτεταμένο άνυσμα, το οποίο δίνει ικανό βάθος στο προσκήνιο της μεταπολίτευσης, συνδέοντας τα φαινόμενά της, που εγγράφονται στον ιστορικό και βιωματικό χρόνο του Θοδωρή, με τη νεότερη (κατά βάση μεταπολεμική) πολιτικοκοινωνική διαδρομή της Ελλάδας.
Η αφήγηση δεν θα περάσει ποτέ στην ενηλικίωση του Θοδωρή, αφήνοντάς τον εσκεμμένα στο επίπεδο του νομάτου: ενός πρωταγωνιστή που αγωνίζεται να διακρίνει το πρόσωπό του μέσα στην ατομική σύγχυση της εφηβείας, αλλά και στη συλλογική αναταραχή μιας ποικιλοτρόπως ταλαιπωρημένης κοινωνίας, η οποία παλεύει με τη σειρά της να σταθεί στα πόδια της και να διακρίνει την ταυτότητά της. Νομάτος, λοιπόν, ο οποίος θα κάνει ό,τι επιτάσσουν η ηλικία του και η μεταπολιτευτική ατμόσφαιρα: θα ερωτευτεί ένα λαχταριστό κορίτσι και θα υπερασπιστεί έως εσχάτων τους φίλους του, θα  στασιάσει κατά των γονιών και του σχολείου του, θα μπερδευτεί με τις αριστερές οργανώσεις, και θα αναμασήσει την ξύλινη γλώσσα τους, θα καταβροχθίσει τους ριζοσπάστες κοινωνιολόγους και πολιτικούς στοχαστές της δεκαετίας του 1970, θα συγκινηθεί με τις μουσικές και το ανθρωπομάνι των κομματικών φεστιβάλ και θα ψάξει όσο καλύτερα γίνεται  το παρελθόν της οικογένειάς του.
Ο περίγυρος του νομάτου θα αποκαλύψει από τη μεριά του την καμπή την οποία ζει η ελληνική κοινωνία λίγο μετά την πτώση του καθεστώτος των συνταγματαρχών: τον πόθο για έναν βίο απαλλαγμένο από την ανελευθερία και την πολιτική δυσφορία των προδικτατορικών ετών, τη σπαραγμένη πολυφωνία (ένας διάλογος κωφών) της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, όπως και την τάση (ήδη από τότε) για άγρια εξατομίκευση με φόντο τις πολύχρωμες σημαίες της αριστερής ιδεολογίας.Οι αφηγήσεις της γιαγιάς και του θείου του Θοδωρή θα υποδείξουν εδώ τις δραματικές ρίζες του κόσμου της μεταπολίτευσης: τους ηρωϊσμούς, αλλά και τις αποστασίες ή τις προδοσίες του Εμφυλίου, μαζί με τη μιζέρια, τη στέρηση και τον διαρκή (προ του Εμφυλίου και προ του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου) εγκλωβισμό (και αυτοεγκλωβισμό) της ελληνικής επαρχίας.
Όλα αυτά δεν θα είχαν κατά πάσα πιθανότητα και τόση σημασία αν δεν τα κεντούσε με το σπαρταριστό της ύφος η γραφή του Κουνέλη, που μετατρέπει σε μιαν ατέλειωτη κωμωδία την αφήγηση του Θοδωρή, ακόμη κι όταν στους κόλπους της αναδεικνύονται εξαιρετικά δυσοίωνες και δυσάρεστες καταστάσεις. Και ο κωμικός σπινθήρας δεν παράγεται εν προκειμένω από το χιούμορ του αφηγητή, αλλά από τους διαδοχικούς αιφνιδιασμούς που δοκιμάζει καθώς έρχεται σε όλο και στενότερη επαφή με την ενήλικη πραγματικότητα. Αιφνιδιασμοί οι οποίοι θα μετατρέψουν το ευτράπελο σε αθέλητο και συνάμα απαράβατο κανόνα της οπτικής του Θοδωρή, όπως διαμεσολαβείται από τη συγγραφική σκηνοθεσία, που θα κρατήσει στο ημίφως το ενήλικο βλέμμα της, πλουτίζοντας τη σύγχρονη ελληνική κωμωδιογραφία με μια γενναία, ανεμπόδιστη πηγή γέλιου.
Σκέφτομαι, με την ευκαιρία, το λογοτεχνικό corpus στo οποίο θα μπορούσε να υπαχθεί ο Νοματαίος: τα μυθιστορήματα Οι ανήλικοι (1980) του Πέτρου Τατσόπουλου και Χαιρετίσματα από το Νότο (1994) και Απέραντες συνοικίες. Έγχρωμο σινεμασκόπ (2001) του Γεράσιμου Δενδρινού (ας προσθέσω και τη συλλογή διηγημάτων του τελευταίου με τίτλο Για ένα πακέτο «Άρωμα», 1992), που καταγράφουν διαμέσου της παιδικής, της εφηβικής ή της νεανικής ματιάς τα καθημερινά πεπραγμένα της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης, διατηρώντας στις σελίδες τους όχι τόσο έναν κωμικό όσο, πρωτίστως, έναν παρωδιακό τόνο, όπως και το μυθιστόρημα του Γιώργου Δενδρινού Σάμαλι και κωκ (2005), που ανακινεί τη χαλανδριώτικη καθημερινότητα της δεκαετίας του 1950, υιοθετώντας το ύφος μιας ξεκαρδιστικής κωμωδίας.
Ο Κουνέλης εντάσσεται με το πρώτο κιόλας βιβλίο του σ’ ένα καθιερωμένο και πολλαπλά δοκιμασμένο συγγραφικό περιβάλλον. Και μια τέτοια όσμωση είναι σε θέση, φαντάζομαι, να μας υποσχεθεί πολλά για το μέλλον.

Βασίλης Κουνέλης
Νοματαίος
Εκδόσεις Ωκεανίδα, σελ. 320

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου